Η ψηφιακή βιτρίνα που «χαϊδεύει» την αισχροκέρδεια

aggelioforos

Η κυβέρ­νηση παρου­σίασε ως «όπλο δια­φάνειας» το PosoKanei, που απο­τε­λεί απλώς μηχα­νι­σμό σύγκρι­σης τιμών χωρίς να αντι­με­τω­πίζει τα αίτια της ακρίβειας.

Με όπλο τη μαύρη προπαγάνδα έρχονται να… νομιμοποιήσουν την αισχροκέρδεια σε βάρος των νοικοκυριών. Μια αισχροκέρδεια που οδήγησε στο να καταγραφεί στην Ελλάδα πληθωρισμός 5,2% τον περασμένο μήνα. Είναι οι ίδιοι που καταγράφουν ηθελημένες αποτυχίες αφήνοντας τα καρτέλ να ασχημονούν σε βάρος της κοινωνίας. Τώρα μετά βαΐων και κλάδων o υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος, ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρης Παπαστεργίου και η διοικήτρια της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου Αγοράς και Προστασίας Καταναλωτή Δέσποινα Τσαγγάρη μάς παρουσίασαν την πλατφόρμα PosoKanei ως όπλο διαφάνειας κατά της ακρίβειας. Εμείς τραβάμε την κουρτίνα του «νέου όπλου κατά της ακρίβειας» που επικοινωνεί η κυβέρνηση μέσω των συστημικών ΜΜΕ για να καταδείξουμε τα άσφαιρα πυρά.

Επικοινωνιακό μέτρο

Στην οικονομική θεωρία η διαφάνεια των τιμών αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών. Στην πολιτική πρακτική της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη ωστόσο έχει μετατραπεί σε βολικό άλλοθι αδράνειας. Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι αν μειώνει πράγματι την ακρίβεια ή απλώς καταγράφει την ακρίβεια. Η απάντηση είναι ότι η πλατφόρμα δεν μπορεί και δεν γίνεται να επηρεάσει ουσιαστικά τους μηχανισμούς που παράγουν την αισχροκέρδεια στην ελληνική αγορά. 

Αν μη τι άλλο, η πλατφόρμα PosoKanei αποτελεί χρήσιμο ψηφιακό εργαλείο ενημέρωσης των καταναλωτών, όμως η παρουσίασή της ως «όπλου κατά της ακρίβειας» φτάνει στα όρια της κοροϊδίας. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να οδηγήσει σε μικρές εξοικονομήσεις για ορισμένα νοικοκυριά. Στη χειρότερη λειτουργεί ως επικοινωνιακό υποκατάστατο ουσιαστικών πολιτικών αντιμετώπισης της ακρίβειας. Η ακρίβεια δεν μειώνεται επειδή ο πολίτης πληροφορείται ότι ένα προϊόν κοστίζει 3,80 ευρώ αντί 3,95 ευρώ σε άλλο κατάστημα. Μειώνεται όταν περιορίζονται τα περιθώρια αισχρών κερδών, ενισχύεται ο ανταγωνισμός, μειώνεται το ενεργειακό κόστος και αυξάνεται η αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων. 

Το βασικό πολιτικό αφήγημα πίσω από την πλατφόρμα είναι ότι οι καταναλωτές πληρώνουν ακριβότερα επειδή δεν γνωρίζουν πού υπάρχουν χαμηλότερες τιμές. Αυτό όμως δεν αποτελεί αιτία της αισχροκέρδειας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της αγοράς, οι τέσσερις μεγαλύτερες αλυσίδες ελέγχουν πάνω από το 70% του οργανωμένου λιανεμπορίου, ενώ πολλές πολυεθνικές εταιρείες διατηρούν τα υψηλότερα περιθώρια κέρδους στην Ελλάδα σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς η χώρα εμφανίζει συστηματικά υψηλότερες τιμές σε βασικά προϊόντα σε σχέση με κράτη με υψηλότερα εισοδήματα. 

Αν ο Τ. Θεοδωρικάκος και η διοικήτρια της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου Αγοράς και Προστασίας Καταναλωτή Δ. Τσαγγάρη ήθελαν να ποδοπατήσουν την αισχροκέρδεια, θα έπρεπε να επέμβουν στα προβλήματα της αγοράς που είναι:

Ολιγοπωλιακή διάρθρωση αγοράς. 

Χαμηλή ένταση ανταγωνισμού. 

Υψηλά περιθώρια κέρδους. 

Υψηλό ενεργειακό κόστος. 

Εμμεση φορολογία. 

Ομως δεν θέλουν να παρέμβουν, απλώς θέλουν να κοροϊδεύουν και να εμφανίζονται ότι κάτι κάνουν… 

Αλλού οι αιτίες

Το θεμελιώδες δομικό έλλειμμα της κυβερνητικής στρατηγικής εντοπίζεται στην πλήρη άρνησή της να αντιμετωπίσει την αποκαλούμενη «ακρίβεια προέλευσης». Οι ψηφιακές εφαρμογές που προωθούνται περιορίζονται στο να συγκρίνουν τις τελικές τιμές στο ράφι των σουπερμάρκετ. Αυτό που επιμελώς αποφεύγουν να αγγίξουν είναι ολόκληρη η ενδιάμεση εφοδιαστική αλυσίδα, μέσα στην οποία φωλιάζει η πραγματική αισχροκέρδεια. 

Η εφαρμογή καταγράφει απλώς το αποτέλεσμα της ακρίβειας και όχι τις πραγματικές αιτίες της, καθώς προσπερνά επιδεικτικά τα περιθώρια κέρδους των εισαγωγέων, των χονδρεμπόρων, των βιομηχανιών αλλά και του λιανεμπορίου. Το αποτέλεσμα αυτής της παράλειψης αποτυπώνεται καθαρά στους αριθμούς της αγοράς. Ενα προϊόν που πωλείται, για παράδειγμα, 3,90 ευρώ στη μία αλυσίδα σουπερμάρκετ και 4,05 ευρώ στην άλλη παραμένει εξαιρετικά ακριβό εάν στη Γαλλία κοστίζει μόλις 2,60 ευρώ. 

Η σύγκριση με την ΕΕ

Η κυβερνητική εξαγγελία ότι θα παρακολουθούνται οι τιμές σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες γεννά ένα αμείλικτο ερώτημα: Τι θα συμβαίνει όταν εντοπίζονται αυτές οι εξόφθαλμες διαφορές σε βάρος του Ελληνα καταναλωτή; Η γνώση της διαφοράς δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε χαμηλότερη τιμή. 

Αν η διαπίστωση των αποκλίσεων δεν συνοδεύεται από συγκροτημένο μηχανισμό παρέμβασης με στρατηγικούς ελέγχους ανταγωνισμού, επιβολή αυστηρών προστίμων, ουσιαστικές παρεμβάσεις στην αγορά και στοχευμένες φορολογικές αλλαγές, η διαδικασία παραμένει κενή περιεχομένου. Χωρίς αυτά τα εργαλεία, η απλή καταγραφή των τιμών της Ευρώπης δεν αλλάζει απολύτως τίποτα για την τσέπη του πολίτη, λειτουργώντας ως επικοινωνιακό πυροτέχνημα.

Εχει ήδη αποτύχει

Το πλέον ειρωνικό στοιχείο είναι ότι η κυβέρνηση παρουσιάζει ως καινοτόμα λύση μια συνταγή που διεθνώς έχει αποδειχτεί χαμηλής αποτελεσματικότητας όσον αφορά την καταπολέμηση του πληθωρισμού. Παρόμοιες πλατφόρμες λειτουργούν εδώ και χρόνια στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στη Σουηδία και τη Δανία. Οι μελέτες από τη λειτουργία τους σε αυτές τις χώρες δείχνουν ότι αυτού του είδους οι ψηφιακές πλατφόρμες βελτιώνουν μεν τη διαφάνεια στην αγορά και αυξάνουν την ενημέρωση του καταναλωτή, αλλά δεν οδηγούν σε σημαντική αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Οι μεταβολές των τιμών που σημειώνονται συνήθως δεν ξεπερνούν το πενιχρό 1% με 2% και αυτό περιορίζεται σε πολύ συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων. 

Σε μια περίοδο που τα ελληνικά νοικοκυριά πιέζονται ασφυκτικά, η επένδυση σε ένα μέτρο με αναμενόμενη επίδραση μόλις 1-2% συνιστά πολιτική απροθυμία για πραγματική σύγκρουση με το κύκλωμα της ακρίβειας. Αυτό συμβαίνει όταν η ελληνική οικογένεια από το 2020, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, έχει επιβαρυνθεί στο σήμερα με 36,95% στα τρόφιμα, με 39,48% στη στέγαση, με 34,33% στις μεταφορές, με 32,41% στην ένδυση

– υπόδηση και με 36,65% στη διασκέδαση. Ενα νοικοκυριό που ξόδευε 400 ευρώ τον μήνα σε τρόφιμα το 2020 σήμερα χρειάζεται 550 ή 600 ευρώ για τις ίδιες ποσότητες. Είναι προφανές ότι η αύξηση αυτή δεν εξουδετερώνεται επειδή ο καταναλωτής βρήκε ένα προϊόν 20 λεπτά φτηνότερα στην πλατφόρμα. 

Η σκληρή πραγματικότητα

Η Ελλάδα, μακριά από τις κυβερνητικές ωραιοποιήσεις, βρίσκεται αντιμέτωπη με σκληρούς δείκτες ευρωπαϊκής ανισότητας. Η χώρα μας παραμένει σταθερά στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ σε πραγματικούς μισθούς, ενώ ταυτόχρονα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις σε στεγαστική επιβάρυνση και στις υψηλότερες θέσεις ως προς το ποσοστό εισοδήματος που δαπανάται αναγκαστικά για τρόφιμα. 

Ενα ελληνικό νοικοκυριό δεν αντιμετωπίζει την ακρίβεια επειδή δεν γνωρίζει τις τιμές των προϊόντων, αλλά επειδή το διαθέσιμο εισόδημά του είναι εξαιρετικά χαμηλό και οι βασικές ανάγκες απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του μισθού.

Ο Μητσοτάκης ζητά αναφορές πέντε χρόνια μετά…

Αν κάτι έκανε αίσθηση στα συστημικά ΜΜΕ, είναι η αναφορά της διοικήτριας της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου Αγοράς και Προστασίας Καταναλωτή Δ. Τσαγγάρη ότι ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης έχει ζητήσει να λαμβάνει σε εβδομαδιαία βάση αναλυτική ενημέρωση για την πορεία των τιμών στην ελληνική αγορά αλλά και για τις διαφορές που καταγράφονται σε σχέση με άλλες χώρες. Στο σημείο αυτό να θυμίσουμε ότι ο πληθωρισμός της απληστίας τρώει τις σάρκες της κοινωνίας ήδη από τον Ιούλιο του 2021. Ο πρωθυπουργός έρχεται πέντε έτη μετά και ζητά εβδομαδιαίες αναφορές, σε μια κίνηση που μάλλον αποδεικνύει την άρνησή του όλο αυτό το διάστημα να παρέμβει στο μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά νοικοκυριά. 

Το επιπλέον ερώτημα που αναφύεται είναι τι θα συμβεί όταν διαπιστώνονται οι αποκλίσεις. Να θυμίσουμε ότι εδώ και πολλά έτη καταγράφονται περιπτώσεις όπου προϊόντα πολυεθνικών πωλούνται στην Ελλάδα ακριβότερα από ό,τι σε χώρες με υψηλότερους μισθούς. Το κρίσιμο θέμα συνεπώς δεν είναι η καθυστερημένη πληροφόρηση που ζήτησε ο Κυρ. Μητσοτάκης, αλλά η ανάληψη δράσης. Διότι εδώ και πέντε έτη καταγράφονται αδράνεια και επικοινωνιακά πυροτεχνήματα. Ενα από αυτά είναι και το PosoKanei. Μια εφαρμογή που λειτουργεί όπως ένα GPS σε έναν δρόμο με λακκούβες. Το GPS βοηθά τον οδηγό να βρει καλύτερη διαδρομή. Δεν επισκευάζει όμως τον δρόμο.

ΠΗΓΗ:documento

Share This Article