Η εξέλιξη της «βαριάς βιομηχανίας» σε νούμερα και κέρδη που … ζαλίζουν

aggelioforos

Οταν αναφέρονται στον κλάδο του Τουρισμού, οι κυβερνήσεις, οι επιχειρηματίες και τα αστικά ΜΜΕ εδώ και χρόνια μιλούν για το «αναπτυξιακό θαύμα», τη «βαριά βιομηχανία» που σηκώνει την ελληνική καπιταλιστική οικονομία στις πλάτες της. «Βαριές» ωστόσο είναι είναι οι …πλάτες των εργαζομένων που σηκώνουν κάθε σεζόν δουλειά εξόντωσης με 12ωρα, χωρίς ρεπό, με μισθούς που δεν φτάνουν ούτε για τα βασικά. «Βαριά» είναι και τα κέρδη μιας χούφτας μεγαλοεπιχειρηματιών και των ομίλων τους…

Από συμπληρωματικός κλάδος σε κυρίαρχη δύναμη – 40 χρόνια εκθετικής ανόδου

Ο κλάδος του Τουρισμού έχει εξελιχθεί από έναν εποχιακό – συμπληρωματικό τομέα σε μία από τις κυρίαρχες οικονομικές δραστηριότητες της σύγχρονης ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας. Η ποσοτική υπεροχή έναντι άλλων κλάδων είναι καθοριστική. Σήμερα η άμεση συνεισφορά του Τουρισμού στο ΑΕΠ ανέρχεται σε περίπου 13% (πάνω από 31 δισ. ευρώ το 2025). Αν συνυπολογιστεί ο αντίκτυπός του σε συναφείς κλάδους – Μεταφορές, Εστίαση, Λιανικό Εμπόριο, Κατασκευές – το ποσοστό αυτό εκτοξεύεται σε ποσοστά που κυμαίνονται από 28,7% έως 34,6% του συνολικού ΑΕΠ.

Η χρονολογική πορεία επιβεβαιώνει την ανοδική τάση. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1980, ο κλάδος γνώρισε εκθετική άνοδο: Οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 200% από το 1970 μέχρι το 1980, κατά 85% την επόμενη δεκαετία και κατά 40% τη δεκαετία του 1990. Το 2000 ο Τουρισμός συνεισέφερε ήδη περίπου το 10% του ΑΕΠ. Παρά την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομική κρίση του 2008, ο κλάδος όχι μόνο δεν υποχώρησε αλλά κατέγραψε διαδοχικά ρεκόρ, ξεπερνώντας τις 30 εκατ. αφίξεις το 2018.

Η πενταετία 2020 – 2025: Από την κατάρρευση στα ιστορικά υψηλά

Η πανδημία προκάλεσε μια πρωτοφανή κάθετη πτώση (-86% στις εισπράξεις), με τα έσοδα να κατρακυλούν από 18,2 δισ. ευρώ το 2019 σε μόλις 4,3 δισ. ευρώ το 2020. Η ανάκαμψη που ακολούθησε όμως ήταν εντυπωσιακή. Το 2023 η άμεση συμβολή του κλάδου στο ελληνικό ΑΕΠ έφτασε το 13%, με την απασχόληση που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με τη δραστηριότητά του να ξεπερνά το 19%. Το 2024 ήταν χρονιά – ορόσημο, με συνολικές αφίξεις που υπολογίζονται σε πάνω από 40 εκατ. και 21,6 δισ. ευρώ έσοδα.

Το 2025 αποτέλεσε άλλη μια χρονιά – ρεκόρ για τον ελληνικό Τουρισμό, με τα συνολικά έσοδα να φτάνουν τα 23,6 δισ. ευρώ (αύξηση 9,4% από το 2024). Οι διεθνείς αφίξεις επισκεπτών ανήλθαν σε 38 εκατ., ενώ σύμφωνα με άλλες καταγραφές έφτασαν τα 43,3 εκατ. Ο τζίρος των ξενοδοχείων ανήλθε σε 11,5 δισ. ευρώ το 2024, αυξημένος κατά 8,8% σε σχέση με το 2023!

Ο ελληνικός ξενοδοχειακός κλάδος παραδοσιακά χαρακτηριζόταν κατακερματισμένος. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2024, η Ελλάδα διαθέτει 10.104 ξενοδοχειακές μονάδες με 447.363 δωμάτια και 894.854 κλίνες. Το 73% των ξενοδοχείων έχει μέγεθος έως 50 δωμάτια, ενώ το 8% ανήκει στην κατηγορία των 5άστερων. Στη νησιωτική χώρα συγκεντρώνονται το 53% των ξενοδοχείων και το 63% των δωματίων, ενώ το 62% των ξενοδοχείων είναι εποχικής λειτουργίας, αντιστοιχώντας στο 74% της συνολικής δυναμικότητας.

Σύμφωνα με πρόσφατες ακαδημαϊκές έρευνες, το 2013 ο ξενοδοχειακός κλάδος ήταν μια αγορά με πολύ χαμηλό δείκτη συγκέντρωσης (HHI-0,08%). Οι τότε τέσσερις μεγαλύτερες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις της χώρας μαζί δεν έφταναν ούτε το 4% της αγοράς (CR4 = 3,66%). Ακόμα και τότε η ραχοκοκαλιά του ελληνικού Τουρισμού αποτελούνταν από μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις.

Η εικόνα αυτή όμως αλλάζει ριζικά. Την περίοδο 2021 – 2025 η έκρηξη των εξαγορών και συγχωνεύσεων οδηγεί σε ταχεία συγκέντρωση, ειδικά στην κατηγορία των 4άστερων και 5άστερων ξενοδοχείων. Σύμφωνα με την «GBR Consulting», οι 39 διεθνείς αλυσίδες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ελέγχουν 205 ξενοδοχεία και 29.204 δωμάτια – μόλις το 2,04% των μονάδων και το 6,5% των δωματίων. Στην πολυτελή κατηγορία, το 20% των 5άστερων ξενοδοχείων και το 26% των 5άστερων δωματίων ανήκουν σε διεθνείς αλυσίδες.

Το 2025 η αξία των ξενοδοχειακών συναλλαγών στην Ελλάδα ξεπέρασε τα 1,1 δισ. ευρώ, υπερδιπλάσια σε σχέση με το 2024. Η Ελλάδα κατέλαβε την 5η θέση στην Ευρώπη σε ξενοδοχειακές συναλλαγές. Μεγάλα διεθνή funds («Blackstone», «Goldman Sachs», «Azora») και εγχώριοι όμιλοι («Sani/Ikos», «Grecotel») προχωρούν σε μαζικές εξαγορές. Ενδεικτικά, τα τελευταία 2 χρόνια η «Sani/Ikos» εξαγόρασε 3 ξενοδοχεία της «Goldman Sachs» στη Χαλκιδική έναντι 400 εκατ. ευρώ, η «Blackstone» απέκτησε το «Grand Hyatt Athens» για 235 εκατ. ευρώ και ο όμιλος του Γιώργου Προκοπίου εξαγόρασε το «Four Seasons Astir Palace».

Πού καταλήγουν τα κέρδη

Η εικόνα της κερδοφορίας αναδεικνύει με τον πιο γλαφυρό τρόπο ποιοι πραγματικά επωφελούνται από το «τουριστικό θαύμα». Ο συνολικός τζίρος των ξενοδοχείων ανήλθε σε 11,5 δισ. ευρώ το 2024. Από αυτά, τα ξενοδοχεία 4 και 5 αστέρων κατέγραψαν τζίρο 9 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 10% σε σχέση με το 2023.

Οι εισηγμένοι ξενοδοχειακοί όμιλοι παρουσιάζουν εντυπωσιακές επιδόσεις. Η «ΛΑΜΨΑ ΑΕ» (ξενοδοχεία «Astir Palace», «Athens Hilton») κατέγραψε το 2024 περιθώριο κερδών EBITDA 33% και καθαρά κέρδη 58,7 εκατ. ευρώ (αύξηση 22%). Η «ΙΟΝΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ» παρουσίασε περιθώριο EBITDA 29,4% και καθαρά κέρδη 17,8 εκατ. ευρώ (αύξηση 25,4%). Η «ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ» σημείωσε αύξηση καθαρών κερδών 27,8%, ενώ η «ΓΕΚΑ» κατέγραψε την υψηλότερη ποσοστιαία αύξηση στα καθαρά της κέρδη (+29,2%).

Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της κερδοφορίας αυτής, αρκεί μια σύγκριση με άλλους κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Ο μέσος όρος περιθωρίου EBITDA για τις εισηγμένες στο χρηματιστήριο εταιρείες του ξενοδοχειακού κλάδου διαμορφώνεται στο 26%, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης στη Μεταποίηση κινείται στο 12% – 15%, στο Λιανικό Εμπόριο στο 8% – 10% και στις Κατασκευές στο 6% – 8%.

Η «ακτινογραφία» της απασχόλησης στον ελληνικό Τουρισμό είναι αποκαλυπτική. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2023, στον κλάδο των καταλυμάτων και της Εστίασης απασχολούνταν 329.000 εργαζόμενοι, αποτελώντας το 16,8% της συνολικής απασχόλησης της χώρας. Ο Τουρισμός είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εργοδότης στην Ελλάδα, πίσω μόνο από το Λιανικό Εμπόριο, με 427.000 εργαζόμενους. Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το ΙΝΣΕΤΕ ο αριθμός των εργαζομένων στον τουριστικό τομέα ξεπερνά πλέον τους 400.000 εργαζόμενους, ενώ κατά την περίοδο αιχμής φτάνει και τους 475.000 εργαζόμενους.

Στον Τουρισμό το 68,4% των εργαζομένων απασχολούνται σε πολύ μικρές επιχειρήσεις (0-9 εργαζόμενοι) και μόλις το 4,3% σε μεγάλες επιχειρήσεις (250+ εργαζόμενοι). Παρά όμως αυτόν τον κατακερματισμό, ο τζίρος στον Τουρισμό είναι εξαιρετικά συγκεντρωμένος. Οι μεγάλες επιχειρήσεις (250+ εργαζόμενοι), που αντιστοιχούν μόλις στο 4,3% των εργαζομένων στον κλάδο, παράγουν το 50,7% του συνολικού τζίρου, 9,12 δισ. ευρώ από τα 17,97 δισ. του συνόλου του κλάδου.

Η κρατική στήριξη ως επιταχυντής της συγκέντρωσης

Το αστικό κράτος και οι πολιτικές των κυβερνήσεων έχουν λειτουργήσει ως καταλύτες της διαδικασίας συγκέντρωσης του κλάδου σε όλο και λιγότερα χέρια. Βασικό εργαλείο αποτελεί ο τελευταίος «αναπτυξιακός νόμος», του 2025, με προϋπολογισμό 900 εκατ. ευρώ σε επιδοτήσεις και φοροαπαλλαγές και συνολικό ύψος επενδυτικών καθεστώτων άνω του 1 δισ. ευρώ, αποτελώντας το βασικό εργαλείο κρατικής στήριξης για ιδιωτικές επενδύσεις. Τα ανώτατα όρια ενίσχυσης ανέρχονται σε 20 εκατ. ευρώ για μεμονωμένες επιχειρήσεις – από 10 εκατ. που ήταν παλαιότερα – και σε 50 εκατ. ευρώ για συνεργαζόμενες επιχειρήσεις.

Το κομμάτι του νόμου που αφορά την ενίσχυση τουριστικών επενδύσεων αφορά την ίδρυση, επέκταση ή εκσυγχρονισμό ξενοδοχειακών μονάδων 3 αστέρων και άνω, δηλαδή στοχεύει κυρίως στις μεγάλες μονάδες. Το καθεστώς «Μεγάλες Επενδύσεις» του νόμου παρέχει ειδικές διευκολύνσεις για έργα άνω των 30 εκατ. ευρώ.

Οι φοροαπαλλαγές είναι ιδιαίτερα γενναιόδωρες για τους μεγάλους «παίκτες». Η απαλλαγή από ΕΝΦΙΑ μπορεί να διαρκέσει έως 20 χρόνια για νέες επενδύσεις, ενώ ο φορολογικός συντελεστής μειώνεται έως 50% για επιχειρήσεις που εντάσσονται στον «αναπτυξιακό νόμο». Η φορολογική ουδετερότητα εξασφαλίζει 100% απαλλαγή από ΦΠΑ σε εισαγωγές εξοπλισμού και η επιδότηση μισθολογικού κόστους φτάνει έως 50% για 2 χρόνια.

Παράλληλα, η έμμεση κρατική στήριξη μέσω περιβαλλοντικών και πολεοδομικών παρεκκλίσεων λειτουργεί ως πρόσθετη επιδότηση για τους μεγάλους επενδυτές. Μελέτη του 2023 ανέδειξε ότι το 60% των μεγάλων τουριστικών αναπτύξεων σε ζώνες Natura εγκρίνονται, παρά τις αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Η χαλαρή τήρηση του ορίου δόμησης σε παράκτιες περιοχές επιτρέπει ειδικές άδειες για μεγάλα έργα, ενώ οι πολεοδομικές παρεκκλίσεις χορηγούνται με ταχύτατες διαδικασίες (6 – 8 μήνες αντί για 2 – 3 χρόνια). Η ταχεία αδειοδότηση μέσω της Ειδικής Γραμματείας Στρατηγικών Επενδύσεων, οι παρεκκλίσεις από το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο και οι οικοδομικές παραχωρήσεις σε εκτός σχεδίου περιοχές δημιουργούν ένα προνομιακό πεδίο για τους επιχειρηματικούς ομίλους.

Αν όλα τα παραπάνω είναι η μία όψη, η άλλη όψη που παρουσιάζεται δίπλα αποκαλύπτει στην πράξη πώς χτίζεται αυτό το «θαύμα» της κερδοφορίας: Με ένταση της εκμετάλλευσης, «ασυλία» για το κεφάλαιο και ποικιλόμορφη στήριξη των επενδύσεών του.

Δ. Μ.

ΠΗΓΗ:rizospastis

Share This Article