Τι κρύβεται πίσω από το «θαύμα» του (υπερ)τουρισμού;

aggelioforos

Του Γρηγόρη Λιονή*

Το ζήτημα του Τουρισμού βρίσκεται στο επίκεντρο της κοινής γνώμης και της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Για τον περισσότερο κόσμο η τουριστική σεζόν είναι ένας συνδυασμός της – χρόνο με τον χρόνο – όλο και μεγαλύτερης οικονομικής δυσκολίας εξασφάλισης μερικών ημερών ξεκούρασης σε κάποιον προορισμό, και της «ευκαιρίας» της εποχικής απασχόλησης στον τομέα του Τουρισμού.

Στα αστικά Μέσα δεσπόζουν η μεγάλη αυτοπροβολή της ΝΔ για το οικονομικό «θαύμα» της χώρας, τα συνεχή ρεκόρ, οι μεγάλες αντοχές του κλάδου, οι συνεχείς προσπάθειες της κυβέρνησης να ρυθμίσει διαφορετικά οικονομικά συμφέροντα, η μεγάλη συνεισφορά του στο ΑΕΠ της χώρας και η σημασία του στην απασχόληση.

Αξίζει όμως να αναρωτηθούμε τι κρύβεται για τα πλατιά λαϊκά στρώματα πίσω από την έκρηξη της τουριστικής δραστηριότητας. Να αναλογιστούμε πού στηρίζεται τελικά το «θαύμα» του Τουρισμού και πώς επιδρά στον λαό.

Η σκληρή εκμετάλλευση των εργαζομένων στον Επισιτισμό – Τουρισμό

Πίσω από τα χλιδάτα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και τα μπιτσόμπαρα βρίσκονται εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι του κλάδου. Ο Επισιτισμός – Τουρισμός απασχολεί τους καλοκαιρινούς μήνες το 22% της μισθωτής απασχόλησης, ενώ αν υπολογίσει κανείς τους απασχολούμενους σε «συγγενικούς» κλάδους το ποσοστό είναι μεγαλύτερο. Συχνά βρίσκονται εκτός «κάδρου», στις κουζίνες των εστιατορίων, στα αμπάρια των πλοίων, στα υπόγεια των ξενοδοχείων, όμως το λεγόμενο «τουριστικό προϊόν» είναι το δικό τους αποτέλεσμα.

Και η οικονομική ουσία του καπιταλισμού, η υπεραξία ως η πραγματική πηγή του πλούτου, θριαμβεύει στον τουριστικό κλάδο.

Τα τεράστια κέρδη των τουριστικών ομίλων, των πολυτελών εστιατορίων και των εγκαταστάσεων αναψυχής βασίζονται στην αύξηση της εκμετάλλευσης αυτών των εργαζομένων. Τα πραγματικά κέρδη του Τουρισμού είναι και θα παραμείνουν κρυμμένα από τις επίσημες στατιστικές, και όχι μόνο – ή ακόμα και κυρίως – επειδή στον Τουρισμό υπάρχει η παραοικονομία. Τα μεγάλα έσοδα στον Τουρισμό κρύβονται από ένα μεγάλο πλέγμα τριγωνικών πωλήσεων, που τα καθιστά επτασφράγιστα μυστικά. Ταξιδιωτικά γραφεία που «αγοράζουν» δωμάτια σε ξενοδοχεία, πακέτα διακοπών που μεταφέρουν τα έσοδα από τη μία επιχείρηση στην άλλη, μεταφορές και αφορολόγητο ναυτιλιακό κεφάλαιο, κρουαζιέρες, και δίπλα σε αυτά και η αξιοποίησή τους για να προωθηθούν διάφορες παράνομες δραστηριότητες, συνθέτουν έναν καμβά που κάνει πρακτικά αδύνατο να μετρήσει κανείς τα πραγματικά έσοδα των μεγάλων ομίλων του Τουρισμού. Και, φυσικά, η φορολογική πολιτική του αστικού κράτους και οι μηχανισμοί του κατευθύνονται ανάποδα: Επιχειρούν να διευκολύνουν τη συχνά με νόμιμο τρόπο φοροαποφυγή των ομίλων, ενώ την ίδια στιγμή κυνηγούν ανελέητα τους μικρότερους, οδηγώντας και σε διεύρυνση του πεδίου δραστηριότητας των μεγαλύτερων.

Το δεδομένο όμως είναι ότι αυτά τα τεράστια και ραγδαία αυξανόμενα κέρδη όχι απλά δεν έχουν οδηγήσει σε βελτίωση της εργασιακής πραγματικότητας στον κλάδο του Επισιτισμού – Τουρισμού, αλλά αντίθετα προϋποθέτουν τη συνεχιζόμενη επιδείνωση. Ο κλάδος χαρακτηρίζεται από διευρυμένα ωράρια, ελάχιστα έως καθόλου ρεπό και μισθούς που σταθμισμένοι στις ώρες εργασίας είναι τελικά χαμηλοί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ένας μισθός των 1.700 ευρώ μηνιαίως, που φαίνεται πολύ υψηλός αλλά όταν συνυπολογίσει κανείς 6ήμερη εργασία 12 ώρες τη μέρα, προκύπτει ότι αντιστοιχεί σε πολύ λιγότερο από όσο θα πλήρωνε κανείς έναν εργαζόμενο για υπερωρίες… Παράλληλα, η αστική πολιτική έχει διαμορφώσει ένα ρυθμιστικό πλαίσιο που διευκολύνει ποικιλόμορφα το κεφάλαιο να πετυχαίνει τέτοιους όρους απασχόλησης («διευθέτηση» χρόνου εργασίας, υπερεργασία, διπλή απασχόληση κ.λπ.) Συγχρόνως, ο κλάδος απασχολεί πολλούς μετανάστες, από εκπαιδευόμενους με σχολές μαθητείας μέχρι μετανάστες χωρίς χαρτιά, που δουλεύουν με ακόμα χειρότερους όρους απασχόλησης. Οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν επίσης συχνά εργασία σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες (π.χ. καύσωνα, έκθεση στον ήλιο), εργασία που ακόμα και με τυπικούς όρους απαγορεύεται.

Επιπλέον, οι εργαζόμενοι στον κλάδο συχνά αντιμετωπίζουν δυσκολίες διαβίωσης στις περιοχές όπου απασχολούνται, ειδικά αν πρόκειται για μετανάστες, εσωτερικούς ή εξωτερικούς. Οι χώροι κατάκλισης είναι εξαιρετικά περιορισμένοι και συχνά οι εργαζόμενοι μένουν «ο ένας πάνω στον άλλον», ενώ το κόστος ζωής και μετακίνησης είναι εξαιρετικά υψηλό. Οι χιλιάδες κενές θέσεις στον κλάδο αποτυπώνουν αυτήν την πραγματικότητα.

Με άλλα λόγια, η ανταγωνιστικότητα του «τουριστικού προϊόντος» πατάει αναγκαστικά στη γνωστή συνταγή: Αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων του κλάδου, αύξηση του χρόνου εργασίας και της εντατικότητας της εργασίας, μείωση του μισθού.

Τουρισμός για ποιον;

Παράλληλα ο μεγάλος όγκος του τουριστικού ρεύματος διαμορφώνει μια κατάσταση που σταδιακά κάνει τις τουριστικές περιοχές απροσπέλαστες για εργατικά – λαϊκά στρώματα της χώρας.

Ο τουρισμός σε τελευταία ανάλυση πραγματοποιείται σε παραλίες, στα κέντρα των πόλων και των περιοχών τουριστικού ενδιαφέροντος, στα μουσεία, στα καταστήματα διασκέδασης. Και η δυνατότητα χρήσης αυτών των εγκαταστάσεων δεν είναι απεριόριστη. Εχουν μια «χωρητικότητα». Για παράδειγμα, η συνολική ακτογραμμή της Αττικής μπορεί να είναι μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα αλλά οι κατάλληλες για κολύμβηση παραλίες έχουν σημαντικά μικρότερο μήκος, ενώ οι κοντινές στην Αθήνα παραλίες που είναι κατάλληλες για κολύμβηση είναι λίγες. Σε τελευταία ανάλυση τουρισμός σημαίνει ότι οι εγκαταστάσεις αυτές αξιοποιούνται για να χρησιμοποιηθούν από τους τουρίστες, διαδικασία που γίνεται «αυθόρμητα» μέσα από την ίδια την αγορά, αφού οι τελευταίοι είναι κατά κύριο λόγο υψηλότερων εισοδημάτων και μπορούν να πληρώνουν πολύ μεγαλύτερες τιμές. Ετσι, τα μεγάλα τουριστικά ρεύματα και η αύξηση των εσόδων από τον Τουρισμό αντικειμενικά μεταφράζονται σε πολύ υψηλότερες τιμές στον Τουρισμό (στην Εστίαση, στα καταλύματα, στην αναψυχή κ.α.) και σε σταδιακή αδυναμία των εργαζομένων της χώρας να απολαύσουν τις τοποθεσίες και εγκαταστάσεις αυτές. Να σημειωθεί δε ότι αυτό αποτελεί και καθοριστική διαφορά του τουριστικού ρεύματος στην Ελλάδα σε σχέση με το Αμστερνταμ, το Παρίσι ή το Λονδίνο, περιοχές όπου το μέσο εισόδημα κατοίκων και επισκεπτών δεν παρουσιάζει τόσο μεγάλο χάσμα.

Το φαινόμενο του ανταγωνισμού μεταξύ διαφορετικών χρήσεων, μάλιστα, δεν αφορά μόνο τη χρήση του από τους εργαζόμενους της χώρας σε αντιδιαστολή με τους επισκέπτες, αλλά «πιάνει» και ανταγωνιστικές χρήσεις και αντιθέσεις μέσα στο ίδιο το τουριστικό κεφάλαιο, π.χ. με παράγοντα του ΣΕΤΕ να αναρωτιέται «γιατί είναι λογικό (…) ο επιβάτης κρουαζιέρας στηΣαντορίνηνα επιβαρύνει τις υποδομές που προσπαθεί την ίδια στιγμή να απολαύσει ο επισκέπτης που πληρώνει 600 και 700 ευρώ τη βραδιά, με μόνο όφελος για το νησί ένα πλαστικό μπουκάλι νερό;».

Σε αυτήν την κατεύθυνση, και με τις δύο διαστάσεις που αναφέραμε προηγουμένως μπορεί να δει κανείς και τη συζήτηση για το Airbnb. Η δυνατότητα βραχυχρόνιας εκμίσθωσης των ακινήτων στις τουριστικές περιοχές υψηλής ζήτησης (είτε πρόκειται για τις Κυκλάδες είτε για το ευρύτερο κέντρο της Αθήνας, το οποίο προσελκύει 6-7 εκατομμύρια επισκέπτες τον χρόνο, που αντιστοιχούν σε έναν πληθυσμό λιγότερο από μισό εκατομμύριο, αφού οι επισκέπτες κινούνται στο κέντρο και διαμένουν κυρίως σε μια περιοχή 1-2 χλμ. γύρω από το Σύνταγμα) οδηγεί σε εκτόξευση των ενοικίων και είναι ένας από τους παράγοντες που αυξάνουν ραγδαία το κόστος ζωής στις περιοχές αυτές, σταδιακά εκδιώκοντας τους πάλαι ποτέ μόνιμους κατοίκους των. Παράλληλα οι αντιθέσεις ανάμεσα στο κεφάλαιο που δραστηριοποιείται στο Airbnb και στους μεγάλους ξενοδοχειακούς ομίλους είναι εντονότατες, αφού οι τελευταίοι βλέπουν «μεγάλες απώλειες» εσόδων από τα άτυπα ξενοδοχεία, πιέζοντας για κατάργηση της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Ετσι, φτάνουμε στο σχήμα να περιορίζεται ο τουρισμός μέσω Airbnb και παράλληλα να δίνονται κάθε λογής κίνητρα στα μεγάλα ξενοδοχεία στην ίδια περιοχή, π.χ. στο κέντρο της Αθήνας.

Αλλωστε η πολιτική αυτή, του περιορισμού της μικροεπιχειρηματικής δραστηριότητας στον Επισιτισμό – Τουρισμό προς όφελος των μεγάλων, γίνεται με πολλούς τρόπους: Από τον ΕΝΦΙΑ και τα τέλη στη μικρή ιδιοκτησία και το ανελέητο κυνήγι της φοροδιαφυγής των μικρών, μέχρι τον περιορισμό της οικοδομικής δραστηριότητας των μικροϊδιοκτητών με παράλληλη άνευ όρων διεύρυνση των όρων για τους μεγάλους. Αντίστοιχα, είναι μεγάλη η πίεση που ασκείται στους βιοπαλαιστές αγρότες για αλλαγές χρήσεων γης προς όφελος του τουριστικού κεφαλαίου κ.λπ.

Πρωτοτυπία της ΝΔ;

Η ΝΔ καυχιέται ότι η εκτόξευση του Τουρισμού ήταν δικό της επίτευγμα. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική.

Το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ο Τουρισμός τα τελευταία 10 χρόνια αποτυπώνει τη θεσμική συνέχεια ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ. Η πολεοδομική νομοθεσία, η σταδιακή μείωση των όποιων περιορισμών προστασίας του περιβάλλοντος, οι διευκολύνσεις στις χρήσεις γης κ.ά. έγιναν επί ΣΥΡΙΖΑ και συνεχίστηκαν επί ΝΔ, ενώ με τον ίδιο τρόπο κινήθηκε και το ξήλωμα της εργατικής νομοθεσίας των τελευταίων ετών. Η παράδοση, με προκλητικούς όρους χρήσεων γης, «ελεύθερων», «δημόσιων» χώρων στο τουριστικό κεφάλαιο, από παραλίες, βουνά και δάση, που αποτελεί βάση στην οποία οικοδομήθηκαν οι μεγάλες τουριστικές μονάδες, επίσης είναι κοινό έργο όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων, για παράδειγμα το Ελληνικό ή η εκχώρηση των αεροδρομίων της χώρας, που έγιναν το 2017 από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Και δεν είναι καθόλου τυχαίο. Η πραγματικότητα είναι ότι η στροφή στον εξωτερικό τουρισμό είναι στρατηγική κατεύθυνση του μεγάλου κεφαλαίου για τη χώρα την τελευταία 15ετία. Μελέτη του ΣΕΒ το 2010 έβλεπε τον εξωτερικό τουρισμό ως κεντρικό πυλώνα, η εκπόνηση των σχεδίων για Αθήνα – διεθνή προορισμό επίσης έγινε εκείνη την περίοδο, ενώ λίγο παραπίσω η κοινή μελέτη Ελληνογερμανικού, Ελληνοϊταλικού και Ελληνογαλλικού Επιμελητηρίων για την ελληνική οικονομία ήδη από το 2009 προέβλεπε την ίδια κατεύθυνση. Η εξωστρέφεια με έμφαση στον Τουρισμό είναι τελικά στρατηγική επιλογή της αστικής τάξης, που χρησιμοποιεί το μοναδικό κλίμα, το πολιτιστικό περιβάλλον και εμπορευματοποιεί το ελληνικό πνεύμα φιλοξενίας και την εργατικότητα του ελληνικού λαού, για να πετύχει τεράστια κέρδη το τουριστικό κεφάλαιο.

Τουρισμός για το κεφάλαιο ή για τους εργαζόμενους

Από τα παραπάνω είναι εμφανές ότι το «τουριστικό θαύμα» στη χώρα μας είναι θαύμα για λίγους, για την αστική τάξη, που ανεξαρτήτως κλαδικής καταβολής επενδύει σωρηδόν στον Τουρισμό, καταγράφοντας τεράστια κέρδη. Βασίζεται στην όλο και πιο έντονη εκμετάλλευση των εργαζομένων στη χώρα, στην άνευ προηγουμένου εμπορευματοποίηση μιας σειρά δραστηριοτήτων, στην εξάπλωση χωρίς όρια των τουριστικών εγκαταστάσεων. Παράλληλα η πορεία αυτή κάνει τον ελληνικό λαό «δεύτερης κατηγορίας» στον τόπο του, καθιστώντας την αναψυχή και το «τουριστικό προϊόν» απλησίαστα για τον μέσο Ελληνα, με τη λαϊκή οικογένεια να δυσκολεύεται ή να μην κάνει διακοπές. Είναι επίσης εμφανές ότι η κατάσταση αυτή είναι κοινή πορεία όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων, που από κοινού διαμόρφωσαν το θεσμικό πλαίσιο και την πορεία του Τουρισμού, και διαγκωνίστηκαν για το ποια είναι η πιο «εξωστρεφής». Ολα τα συστημικά κόμματα, και όχι μόνο η σημερινή κυβέρνηση, είναι συνένοχα γι’ αυτήν την κατάσταση.

Το ΚΚΕ επιμένει να φωτίζει το δικαίωμα των εργαζομένων στην αναψυχή. Να φωτίζει ότι είναι εκτός κάθε λογικής σε μια χώρα όπως η Ελλάδα η λαϊκή οικογένεια να μην έχει τη δυνατότητα να κάνει διακοπές, ότι αυτό είναι το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και στον Τουρισμό. Να εξηγεί ότι στο πλαίσιο ενός ριζικά διαφορετικού δρόμου ανάπτυξης, τον οποίο προτείνει το ΚΚΕ, της εργατικής εξουσίας, του σοσιαλισμού – κομουνισμού, οι υποδομές της χώρας θα αξιοποιούνταν πρώτα και κύρια για την αναψυχή των εργαζομένων, χωρίς φυσικά να αποκλείεται και η σχεδιασμένη και υπολογισμένη χρήση τους ως «εξαγωγικό προϊόν», διασφαλίζοντας παράλληλα αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας στον κλάδο και ελαχιστοποίηση της επέμβασης στο περιβάλλον.

Στις σημερινές συνθήκες, για να ανοίξει αυτός ο ελπιδοφόρος δρόμος, το ΚΚΕ είναι σταθερά μπροστά και οργανώνει τους εργαζόμενους και τον λαό, και στο μέτωπο του Τουρισμού, για ουσιαστικές αυξήσεις και δραστική βελτίωση των όρων εργασίας και διαβίωσης των εργαζομένων στον κλάδο, ουσιαστική περικοπή των τουριστικών ρευμάτων σε περιοχές που εμφανίζουν συγκέντρωση, όχι στην εμπορευματοποίηση παραλιών και άλλων σημείων κοινωνικής δραστηριότητας, δραστική αύξηση της φορολογίας του μεγάλου κεφαλαίου και στον κλάδο του Τουρισμού κ.λπ. Οι σημερινοί αγώνες για τους όρους εργασίας και τους όρους ζωής των λαϊκών στρωμάτων, για το δικαίωμα των εργαζομένων στη χρήση της χώρας τους, είναι όχι μόνο οι αγώνες με τους οποίους θα ανακουφιστούν τα εργατικά – λαϊκά στρώματα σήμερα, αλλά κυρίως οι αγώνες με τους οποίους θα συσπειρωθούν οι δυνάμεις για τις μεγάλες μάχες που θα δώσουμε τα επόμενα χρόνια.

*Ο Γρ. Λιονής είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ (αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου»)

Share This Article