Την επανεκλογή του Σπύρου Θεοδωρόπουλου, διευθύνοντα συμβούλου της «Chipita ΑΕ», στη θέση του προέδρου του ΣΕΒ για την επόμενη διετία, αποφάσισε χτες η ετήσια Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Βιομηχάνων.
Επίσης, εκλέχθηκαν ως αντιπρόεδροι οι: Ράνια Αικατερινάρη (μέλος των ΔΣ της ElvalHalcor, Motor Oil και ΔΕΔΔΗΕ), Ανδρέας Σιάμισιης (Διευθύνων Σύμβουλος της HELLENiQ ENERGY) και Βασίλης Ψάλτης (CEO – Εκτελεστικό Μέλος ΔΣ της Alpha Bank).
Κατά την ομιλία του προς τα μέλη του ΣΕΒ, ο Σ. Θεοδωρόπουλος αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στο υψηλό ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα που «εξακολουθεί να παραμένει σημαντικά υψηλότερο από αυτό ανταγωνιστικών χωρών της περιοχής», προσθέτοντας με νόημα προς την κυβέρνηση πως «σήμερα υπάρχουν περισσότερα περιθώρια εθνικών παρεμβάσεων και οφείλουμε να τα αξιοποιήσουμε πλήρως».
Στα «θέλω» των βιομηχάνων προς την κυβέρνηση και τα αστικά κόμματα, ο πρόεδρος του ΣΕΒ παρέθεσε τα παρακάτω, ζητώντας ουσιαστικά την ένταση της επίθεσης στα εργασιακά δικαιώματα αλλά και το περαιτέρω άνοιγμα της «κάνουλας» της κρατικής χρηματοδότησης και της μείωσης των φόρων του κεφαλαίου:
Ζήτησε τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους, την «ενίσχυση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας και διαμόρφωση συλλογικών συμβάσεων που λαμβάνουν υπόψη την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων», που όπως είπε «παραμένουν βασικές μας προτεραιότητες».
Αναφέρθηκε επίσης και στη «μεγάλη μάχη» που έδωσαν οι εκπρόσωποι των βιομηχάνων για το νέο χωροταξικό «ώστε να διασφαλιστεί επαρκής χώρος για τη βιομηχανία του μέλλοντος», όπως και το αίτημα του κεφαλαίου για «πιο αποτελεσματικό πλαίσιο για τις εμβληματικές και στρατηγικές επενδύσεις, με σαφή κριτήρια, ταχύτερες διαδικασίες και επαρκείς πόρους».
Ακόμα, ζήτησε ενίσχυση των υπεραποσβέσεων που «επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να υλοποιούν τα επενδυτικά τους σχέδια γρήγορα, χωρίς περιττή γραφειοκρατία». Στάθηκε επίσης και στη στροφή προς την πολεμική οικονομία, τονίζοντας πως «η αμυντική βιομηχανία δημιουργεί νέες σημαντικές ευκαιρίες για την ελληνική παραγωγή. Ο ΣΕΒ θα συνεχίσει να στηρίζει κάθε πρωτοβουλία που ενισχύει τη συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων στις νέες ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας».
Οσον αφορά την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, σημείωσε πως «παρά την πρόοδο που έχει γίνει, η πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων εξακολουθεί να θεωρεί ότι δεν την αφορά ακόμη. Αυτό πρέπει να αλλάξει». Επίσης ζήτησε περισσότερα κίνητρα για συνεργασίες, συγχωνεύσεις και κίνητρα συνενώσεων, καθώς «η αύξηση του μεγέθους των επιχειρήσεων αποτελεί προϋπόθεση για υψηλότερη παραγωγικότητα».
Οσον αφορά τη διαμόρφωση του νέου πολυετούς προϋπολογισμού της ΕΕ, τόνισε πως «η Ελλάδα πρέπει να προετοιμαστεί έγκαιρα και να συμβάλει ενεργά στη διαμόρφωση πολιτικών που θα στηρίζουν την ανταγωνιστικότητα, τις επενδύσεις και την ανάπτυξη», ενώ, τέλος, αναφέρθηκε στην αύξηση της παραγωγικότητας ως το «σημαντικότερο στοίχημα της ελληνικής οικονομίας».
Από την πλευρά της, η Ράνια Αικατερινάρη έδωσε στην ομιλία της έμφαση στον ρόλο του ΣΕΒ «ως κοινωνικού εταίρου». Μιλώντας για την αντεργατική «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία» που φέρει την υπογραφή της σύγχρονης τρόικας κυβέρνησης, εργοδοτών και εργατοπατέρων, αλλά και τις ψήφους του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ, είπε πως «δημιουργεί ένα πιο σύγχρονο και λειτουργικό πλαίσιο κοινωνικού διαλόγου, με αποτελεσματικότερους μηχανισμούς επίλυσης συλλογικών διαφορών».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ενισχυμένη παρουσία του ΣΕΒ στην ΕΕ, μέσω κυρίως της BusinessEurope, καθώς και της πρωτοβουλίας MED9, που αποτελεί μια συνεργασία των βιομηχάνων μεσογειακών ευρωπαϊκών χωρών για τη διαμόρφωση κοινών θέσεων για τον επόμενο προϋπολογισμό της ΕΕ.
Ο Β. Φουρλής, του ομώνυμου ομίλου λιανικής, αναφέρθηκε στην «αυξημένη αβεβαιότητα» που προκαλούν μεταξύ άλλων η «περίοδος διαρκούς μετάβασης στην οποία βρίσκεται η παγκόσμια οικονομία» και οι «γεωπολιτικές εντάσεις, οι ανακατατάξεις στις αλυσίδες αξίας». «Ο ΣΕΒ», είπε, «καλείται να λειτουργήσει όχι μόνο ως εκπρόσωπος των επιχειρήσεων, αλλά ως θεσμικός συνομιλητής της Πολιτείας και της κοινωνίας, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση πολιτικών που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα, την καινοτομία και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της χώρας».
Ο Ανδρέας Σιάμισιης αναφέρθηκε στις συνθήκες που προκάλεσε στο ενεργειακό τοπίο ο πόλεμος των ΗΠΑ – Ισραήλ στο Ιράν, σημειώνοντας ότι «μετά από πολλά χρόνια ξαναβρεθήκαμε αντιμέτωποι με τον κίνδυνο ελλείψεων σε καύσιμα λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων. Η ύπαρξη σύγχρονων και ευέλικτων βιομηχανικών εγκαταστάσεων έδωσε ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στη χώρα μας σε επάρκεια, αλλά και σε προ φόρων τιμές, αναδεικνύοντας με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο την αξία της διατήρησης και επέκτασης των βιομηχανικών υποδομών στη χώρα μας και ευρύτερα στην Ευρώπη».
Επίσης αναφέρθηκε στο αυξημένο κόστος Ενέργειας, το οποίο ήρθε να προστεθεί, όπως είπε, στο «σημαντικό κόστος ενεργειακής μετάβασης, το οποίο η Ευρώπη είχε υποτιμήσει». Και πρόσθεσε: «Στον ηλεκτρισμό, οι μεγάλες επενδύσεις σε ΑΠΕ μείωσαν την εξάρτηση και το κόστος λόγω κρίσεων, αλλά η σταθερότητα του συστήματος απαιτεί ακόμη σημαντική συμμετοχή του φυσικού αερίου. Η στήριξη καταναλωτών και αγοράς ήταν σημαντική, αλλά όχι αρκετή για να καλύψει το αυξημένο κόστος. Απαιτείται μεγαλύτερη προσπάθεια τόσο σε στήριξη, σταθερότητα πλαισίου και αναγνώριση του πραγματικού κόστους μετάβασης μέσω στοχευμένων κινήτρων».
Ο Β. Ψάλτης αναφέρθηκε στα επενδυτικά πλάνα ύψους 27,5 δισ. ευρώ που υλοποιήθηκαν με βάση τα δύο προγράμματα του Ταμείου Ανάκαμψης, και τόνισε πως «το βασικό διαρθρωτικό ζήτημα, όμως, παραμένει η παραγωγικότητα: Δουλεύουμε τις περισσότερες ώρες στην ΕΕ, 39,6 έναντι 35,7 του ευρωπαϊκού μέσου, αλλά η παραγωγή ανά εργαζόμενο φτάνει μόλις στο 55% αυτού».
Ο ίδιος ανέφερε πως για να αντιμετωπιστεί ο βασικός βραχνάς των βιομηχάνων, δηλαδή η αύξηση του βαθμού της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, απαιτούνται «η κατεύθυνση των χρηματοδοτήσεων σε επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, ισχυρότερα κίνητρα για τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και τη μεγέθυνση των ελληνικών επιχειρήσεων και αξιοποίηση των αποταμιεύσεων, μέσα και από τη λειτουργία των επαγγελματικών ταμείων ασφάλισης, για την επενδυτική υποστήριξη της ελληνικής οικονομίας».
ΠΗΓΗ:rizospastis