Το πρώτο πεντάμηνο του 2026 χαρακτηρίζεται από σημαντικές ανακατατάξεις και νέα ρεκόρ στην εγχώρια και περιφερειακή αγορά φυσικού αερίου. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ, η εγχώρια κατανάλωση στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, οι εξαγωγές φυσικού αερίου παρουσίασαν κατακόρυφη αύξηση, ενώ παράλληλα εντείνονται οι διεργασίες για την υλοποίηση του Κάθετου Διαδρόμου.
Η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο ενός ραγδαία μεταβαλλόμενου από πολέμους και ανταγωνισμούς ενεργειακού χάρτη. Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια διπλή πραγματικότητα. Αφενός, το σχέδιο της ντόπιας αστικής τάξης, σε συνεργασία με αμερικανικούς κολοσσούς της Ενέργειας και τη στήριξη των ελληνικών κυβερνήσεων για την εδραίωση της Ελλάδας ως «πύλης εισόδου» του αμερικανικού φυσικού αερίου προχωράει. Από την άλλη, η γεωπολιτική σκακιέρα παραμένει σύνθετη, καθώς το ρωσικό αέριο συνεχίζει να ρέει, την ώρα που οι ποσότητες αμερικανικού LNG προκαλούν προβληματισμούς για το κατά πόσο μπορούν να καλύψουν το επερχόμενο κενό, ενώ το ρυθμιστικό πλαίσιο προκαλεί τριβές μεταξύ επιχειρηματικών ομίλων.
Εκτίναξη εξαγωγών και ιστορικό υψηλό κατανάλωσης
Τον Μάη του 2026, οι ελληνικές εξαγωγές φυσικού αερίου διαμορφώθηκαν στις 1,4 TWh, υπερδιπλάσιες σε σχέση με τον Απρίλιο, με το σύνολο των ποσοτήτων να διοχετεύεται μέσω Σιδηροκάστρου προς τη Βουλγαρία και τις βορειότερες αγορές. Σε σωρευτική βάση, το α’ πεντάμηνο του έτους ολοκληρώθηκε με εξαγωγές 8 TWh, καταγράφοντας τετραπλασιασμό έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2025. Το 83,6% αυτών των ποσοτήτων, δηλαδή 6,7 TWh, διακινήθηκε μέσω Σιδηροκάστρου, ενώ ακολούθησε ο αγωγός IGB Κομοτηνής με 1 TWh (12,8%) και η Νέα Μεσημβρία με μόλις 0,3 TWh (3,7%). Είναι χαρακτηριστικό ότι ήδη από το πρώτο τρίμηνο του 2026 οι εξαγωγές είχαν εκτοξευθεί κατά 316%, με τον Μάρτιο να σημειώνει ρεκόρ τριετίας στις 2,6 TWh.
Την ίδια στιγμή, η εγχώρια κατανάλωση φυσικού αερίου δεν υπολείπεται σε δυναμική. Τον Μάη, η ζήτηση αυξήθηκε κατά 4,4% σε μηνιαία βάση και κατά 6,7% σε ετήσια, με την ηλεκτροπαραγωγή να απορροφά το 71% του συνόλου (3,2 TWh, άνοδος 15,4% από τον Απρίλιο). Τα δίκτυα κατανάλωσαν 762 GWh και η βιομηχανία 562 GWh. Αθροιστικά, το πρώτο πεντάμηνο του 2026, η εγχώρια κατανάλωση άγγιξε τις 29,35 TWh, ιστορικό υψηλό για την περίοδο.
Το LNG παρέμεινε η βασική πηγή εφοδιασμού. Τον Μάιο, οι εισαγωγές μέσω της Ρεβυθούσας έφτασαν τις 1,85 TWh. Οι εισροές ρωσικού αερίου μέσω του αγωγού Σιδηροκάστρου, ωστόσο, σημείωσαν άλμα 35,3% μέσα σε έναν μήνα, φτάνοντας τις 1,78 TWh, πλησιάζοντας τα επίπεδα του LNG. Το αζέρικο αέριο μέσω TAP συμπλήρωσε το μείγμα με 0,94 TWh. Στο σύνολο του πενταμήνου, οι καθαρές εισαγωγές έφτασαν τις 29,4 TWh, με το LNG (Ρεβυθούσα και Αλεξανδρούπολη) να καταγράφει νέο υψηλό 18,9 TWh, ενώ το ρωσικό αέριο μέσω αγωγού υποχώρησε μεν κατά 39,3% σε ετήσια βάση (7,2 TWh), αλλά παραμένει μια εξαιρετικά σημαντική παράμετρος της εξίσωσης.
«Τρέχουν» οι υποδομές για τον Κάθετο Διάδρομο
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου συνεχίζει να αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα για τους σχεδιασμούς επιχειρηματικών ομίλων του κλάδου και της ελληνικής κυβέρνησης, που έχει αναλάβει ρόλο «σημαιοφόρου» της στρατηγικής «ενεργειακής κυριαρχίας» της Ουάσιγκτον.
Δημοσιεύματα που επικαλούνται πηγές από τον ΔΕΣΦΑ υποστηρίζουν πως υπάρχει αισιοδοξία μπροστά στην πρώτη ετήσια δημοπρασία δυναμικότητας του Διαδρόμου με βάση το νέο μοντέλο μειωμένων ταριφών. Σύμφωνα με τις παραπάνω εκτιμήσεις, η δέσμευση δυναμικότητας στη δημοπρασία της Δευτέρας 6 Ιούλη ενδέχεται να ξεπεράσει το 30% της διαθέσιμης χωρητικότητας. Το ποσοστό παραμένει μεν χαμηλό, ωστόσο εάν επιτευχθεί θα αποτελεί σημαντική άνοδο σε σχέση με τις μηνιαίες δημοπρασίες του τελευταίου – μεγάλου – διαστήματος που το ενδιαφέρον των μεγαλεμπόρων της Ενέργειας ήταν ουσιαστικά μηδαμινό.
Ο στόχος των πέντε χωρών που εμπλέκονται (Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία, Μολδαβία, Ουκρανία) είναι η πτώση της ετήσιας ταρίφας στα 5,85 ευρώ/MWh, από τα σημερινά περίπου 9,39 ευρώ/MWh για τη διαδρομή Ελλάδα – Ουκρανία ώστε να μπορέσουν κάπως να ανταγωνιστούν τις άλλες διαδρομές, στόχος που με τη σειρά του περνάει και μέσα από την πιο αποφασιστική στήριξη από την ΕΕ, προοπτική στην οποία αντιδρούν άλλα κράτη – μέλη με τα δικά τους ιδιαίτερα συμφέροντα, αλλά και τη μείωση των ροών από άλλες πηγές που σημαίνει ένταση των ανταγωνισμών.
Παράλληλα με τις εξελίξεις στις ροές φυσικού αερίου, η επέκταση του Κάθετου Διαδρόμου προς τη Βόρεια Μακεδονία και τη Σερβία εισέρχεται στην πιο κρίσιμη φάση της. Σύμφωνα με την διευθύνουσα σύμβουλο του ΔΕΣΦΑ, Μαρία Σφερούτσα, η εταιρεία έχει αναλάβει τον τεχνικό συντονισμό της επέκτασης του έργου προς τη Σερβία και τη Βόρεια Μακεδονία, με ορίζοντα ολοκλήρωσης της τεχνικής αξιολόγησης τον Σεπτέμβριο. Η επόμενη συνάντηση αξιολόγησης έχει προγραμματιστεί να γίνει στη Σερβία. Κομβικό ρόλο στην επέκταση θα διαδραματίσει ο νέος διασυνδετήριος αγωγός Ελλάδας – Βόρειας Μακεδονίας, ο οποίος αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία το 2027/2028.
Η Σερβία, από την πλευρά της, σχεδιάζει επενδύσεις 1,2 δισ. ευρώ στον τομέα του φυσικού αερίου για την περίοδο 2028-2035, με την κατασκευή των διασυνδετήριων αγωγών με τη Βόρεια Μακεδονία (μήκους 144 χλμ., δυναμικότητας 1,5 δισ. κ.μ. ετησίως) και τη Ρουμανία να βρίσκεται σε προτεραιότητα. Η υπουργός Ενέργειας της Σερβίας, Ντουμπράβκα Τζέντοβιτς-Χαντάνοβιτς, έχει δηλώσει ότι στόχος είναι η διασύνδεση με τη Βόρεια Μακεδονία να ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2027, επιτρέποντας στη Σερβία πρόσβαση στα ελληνικά τερματικά LNG, συμπεριλαμβανομένου του FSRU Αλεξανδρούπολης, όπου η Srbijagas έχει ήδη δεσμεύσει μακροχρόνια δυναμικότητα.
Το ρωσικό αέριο παραμένει κρίσιμος παράγοντας της εξίσωσης
Ταυτόχρονα με τα παραπάνω όμως, το ρωσικό αέριο παραμένει βαθιά ριζωμένο στην ενεργειακή πραγματικότητα της περιοχής, αναδεικνύοντας τους έντονους ανταγωνισμούς γύρω από τον σχεδιασμό του ενεργειακού χάρτη.
Παρά τα σχέδια για το άνοιγμα της σερβικής αγοράς προς το – κατά κύριο λόγο αμερικάνικο – LNG του Κάθετου Διαδρόμου, στις αρχές Ιουνίου, η Τζέντοβιτς-Χαντάνοβιτς ανακοίνωσε την επίτευξη συμφωνίας με τη «Gazprom». Η συμφωνία αφορά την παράταση της υφιστάμενης σύμβασης προμήθειας φυσικού αερίου για ακόμη τρεις μήνες, έως το τέλος Σεπτεμβρίου, όπως και πρόσθετες ποσότητες. Η ίδια έκανε λόγο για «σταθερές προμήθειες, εξαιρετικά προσιτές τιμές και ευελιξία», τη στιγμή που οι ρωσικές εξαγωγές προς την Ευρώπη μέσω TurkStream κατέγραψαν νέα αύξηση. Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, οι εξαγωγές μέσω του συγκεκριμένου αγωγού αυξήθηκαν τόσο σε μηνιαία όσο και σε ετήσια βάση κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026, (+3% σε ετήσια βάση και +15,6% έναντι του Απριλίου 2026) με κύριους αποδέκτες χώρες όπως η Σερβία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία.
Η Ελλάδα από την πλευρά της έχει μηδενίσει τις εισαγωγές ρωσικού LNG από τον Νοέμβρη του 2024, ευθυγραμμιζόμενη με την ευρωπαϊκή απόφαση πλήρους απαγόρευσης από την 1η Ιανουαρίου 2027. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, το ρωσικό αέριο μέσω αγωγού συνεχίζει να εισρέει σε σημαντικό βαθμό. Στο μεταξύ, το ευρωπαϊκό πλαίσιο κυρώσεων συνεχίζει να σφίγγει. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε νέο πακέτο που περιλαμβάνει 24 ρωσικές ναυτιλιακές εταιρείες και τα πλοία τους, με την κατηγορία ότι συμμετέχουν στον «σκιώδη στόλο» που μεταφέρει ρωσικό πετρέλαιο, ανάμεσά τους και η «Gazprom» ως τεχνικός διαχειριστής δύο πλοίων.
Το αμερικανικό LNG και ο εφιάλτης του χειμώνα
Το κρισιμότερο ίσως ζήτημα που αναδεικνύεται από τις τελευταίες εξελίξεις, σύμφωνα με δηλώσεις στελεχών επιχειρηματικών ομίλων, είναι η επάρκεια ποσοτήτων ενόψει του χειμώνα και της οριστικής απαγόρευσης του ρωσικού αερίου το 2027, δεδομένου και ότι το κυνήγι του μέγιστου κέρδους – ο απόλυτος δηλαδή νόμος του καπιταλισμού – βάζει και επιπλέον εμπόδια.
Ενδεικτική είναι η προειδοποίηση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου του Ομίλου «AKTOR» αλλά και του «Atlantic SEE LNG» (της εταιρείας που θα διακινεί σε μεγάλο βαθμό το αμερικάνικο LNG δια του αγωγού), Αλέξανδρου Εξάρχου, ο οποίος, μιλώντας στο Bloomberg αλλά και σε πρόσφατο ενεργειακό φόρουμ, έλεγε ότι «οι Αμερικανοί προμηθευτές έχουν γίνει απρόθυμοι να δεσμευτούν σε μια τιμή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτή είναι μια διαφορετική κατάσταση από ό,τι πριν από έξι μήνες, όταν επεδίωκαν τέτοιες μακροπρόθεσμες συμφωνίες».
Ενώ, παρουσιάζοντας τις σχετικές απαιτήσεις των επιχειρηματικών ομίλων που εμπλέκονται, όπως και το γεγονός ότι οι λαοί – και ο ελληνικός – θα πληρώσουν το μάρμαρο για τις νέες ενεργειακές διαδρομές και τα κέρδη τους, έλεγε ότι «η τιμή φέτος τον χειμώνα και του χρόνου τον χειμώνα θα είναι δευτερεύουσα. Αυτό που θα χρειαστεί να διασφαλίσει κανείς είναι ποσότητες. Εχει κινηθεί η Ευρώπη να διασφαλίσει ποσότητες από την Αμερική; Η απάντηση είναι όχι». Προέβλεψε δε ότι η πίεση θα οδηγήσει σε μια λύση τύπου ευρωομολόγου, ανάλογη με εκείνη της πανδημίας, προκειμένου να καταστεί διαχειρίσιμο το κόστος και να αποφευχθεί μια πρωτοφανής πληθωριστική πίεση της τάξης του 10%-12%.
Ο CEO της Gastrade, Κωστής Σιφναίος, συμπλήρωσε από το Global Energy Forum στην Ουάσιγκτον ότι μέρος των αμερικανικών φορτίων LNG κατευθύνεται πλέον στην Ασία για να καλύψει το κενό από το κλείσιμο των Στενών, αναζητώντας υψηλότερα περιθώρια κέρδους.
Αντιδράσεις για τα νέα τιμολόγια του ΔΕΣΦΑ
Την ίδια ώρα, ισχυρές αντιδράσεις μεταξύ των ομίλων έχει προκαλέσει η πρόταση του ΔΕΣΦΑ για τα τιμολόγια μεταφοράς του 2027. Ο Διαχειριστής προτείνει αυξήσεις της τάξης του 5% στα σημεία εισόδου του συστήματος (ΕΣΜΦΑ) και 13,6% για το LNG, παράλληλα με μείωση 14% στα σημεία εξόδου.
ΔΕΠΑ και «Motor Oil», με επιστολές τους στη ΡΑΑΕΥ στο πλαίσιο της σχετικής διαβούλευσης, προειδοποιούν ότι οι αυξήσεις θα επιβαρύνουν το κόστος εισαγωγής φυσικού αερίου. Η ΔΕΠΑ υπογραμμίζει ότι οι μακροχρόνιες δυναμικότητες έχουν ήδη δεσμευθεί σε ποσοστά 65% έως 100% και δεν διαφαίνεται κίνδυνος υποανάκτησης εσόδων που θα αιτιολογούσε υψηλότερες χρεώσεις. Επιπλέον, η εκ των υστέρων αύξηση μεταβάλλει τα οικονομικά δεδομένα στα οποία στηρίχθηκαν οι έμποροι που εισάγουν φυσικό αέριο, πλήττοντας την «προβλεψιμότητα της αγοράς». Αντίστοιχα, η «Motor Oil» ζητά μείωση 30% των χρεώσεων εξόδου αντί του προτεινόμενου 14% και πάγωμα των χρεώσεων εισόδου για την επόμενη τριετία.
Ανταγωνισμοί μακριά από τις ανάγκες του λαού
Τα ρεκόρ εξαγωγών και οι ενεργειακοί σχεδιασμοί που συγκρούονται πάνω από τον χάρτη, υπηρετούν τη στρατηγική των αμερικανικών, ευρωπαϊκών και ελληνικών μονοπωλίων. Ανταγωνίζονται για τον έλεγχο των ενεργειακών δρόμων, τα κέρδη και τη γεωπολιτική κυριαρχία.
Καθώς η Ελλάδα μετατρέπεται σε ενεργειακό κόμβο και οι εξαγωγές εκτινάσσονται, η ηλεκτροπαραγωγή τροφοδοτείται με ακριβά καύσιμα, που φορτώνονται στις πλάτες λαϊκών νοικοκυριών. Αυτή η σύνθετη εικόνα διαμορφώνεται από ανταγωνισμούς που τέμνουν κάθετα και οριζόντια τον χάρτη της «απελευθερωμένης» αγοράς Ενέργειας. Μόνιμος χαμένος παραμένει ο λαός, που φορτώνεται το κόστος, είτε αυτό αφορά την «απεξάρτηση» από το ρωσικό αέριο, είτε προηγουμένως την «πράσινη μετάβαση» και την απολιγνιτοποίηση. Παράλληλα, τα κράτη της περιοχής γίνονται πεδίο αντιπαράθεσης των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, με τους λαούς να είναι το μόνιμο θύμα.
ΠΗΓΗ:902