Η νέα εφαρμογή «PosoKanei» αποκαλύπτει τις μεγάλες διαφορές τιμών σε ίδιους κωδικούς στη χώρα μας και στις ευρωπαϊκές αγορές
Φόρτωση Text-to-Speech…
Γάλα 1ης βρεφικής ηλικίας το οποίο παράγεται από μεγάλη πολυεθνική εταιρεία πωλείται στα σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα προς 28,63 ευρώ/κιλό. Το ίδιο γάλα πωλείται στο Βέλγιο προς 16,86 ευρώ/κιλό και στη Ρουμανία προς 24,34 ευρώ/κιλό. Στο Βέλγιο, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και η αγοραστική δύναμη είναι 14% πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, στην Ελλάδα το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και η αγοραστική δύναμη βρίσκονται 32% και 20% κάτω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Στην Ελλάδα ο δείκτης γονιμότητας (αριθμός γεννήσεων ανά γυναίκα) είναι στο 1,34, στο Βέλγιο οριακά υψηλότερα, 1,44. Τότε γιατί στην Ελλάδα το ίδιο προϊόν πωλείται ακριβότερα κατά 70% σε σύγκριση με το Βέλγιο, αλλά και κατά 17% ακριβότερα σε σύγκριση με τη Ρουμανία, όπου επίσης το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και η αγοραστική δύναμη είναι υψηλότερη σε σύγκριση με την Ελλάδα και ο δείκτης γονιμότητας 1,66;
Η υπόθεση θυμίζει αν μη τι άλλο τους στίχους του Μανώλη Ρασούλη «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν». Δυόμισι χρόνια μετά τη δημοσιοποίηση έρευνας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία διαπίστωνε μεγάλες αποκλίσεις στην τιμή του βρεφικού γάλακτος σε Ελλάδα και Ευρώπη και προκάλεσε τότε την επιβολή πλαφόν στο περιθώριο κέρδους με ειδική ρύθμιση για την κατηγορία αυτών των προϊόντων, δυόμισι χρόνια μετά την επιβολή προστίμων σε πολυεθνικούς ομίλους και λίγο παραπάνω από την περίφημη φράση του πρωθυπουργού ότι «η Ελλάδα δεν είναι καμία μπανανία, στην οποία μπορούν οι πολυεθνικές να πουλάνε τα ίδια προϊόντα σε πολύ ακριβότερες τιμές», η κατάσταση μοιάζει σαν να μην έχει αλλάξει. Πέρασαν επίσης κάτι παραπάνω από δύο χρόνια από την επιστολή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην επικεφαλής της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, όπου μεταξύ άλλων επεσήμανε την ασύμμετρη διαπραγματευτική ισχύ των πολυεθνικών που τιμολογούν υπέρμετρα υψηλά τα προϊόντα τους σε κάποιες χώρες-μέλη σε σύγκριση με κάποιες άλλες, ενώ έθετε και το ζήτημα της άρσης των γεωγραφικών περιορισμών εφοδιασμού.
Δυόμισι χρόνια μετά τη δημοσιοποίηση έρευνας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία διαπίστωνε μεγάλες αποκλίσεις στην τιμή του βρεφικού γάλακτος σε Ελλάδα και Ευρώπη, και προκάλεσε τότε την επιβολή πλαφόν στο περιθώριο κέρδους με ειδική ρύθμιση για την κατηγορία αυτών των προϊόντων και την επιβολή προστίμων σε πολυεθνικούς ομίλους, η κατάσταση μοιάζει σαν να μην έχει αλλάξει.
Οι εν λόγω περιορισμοί παραμένουν, με το ζήτημα να τίθεται επίμονα από τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ της Ευρώπης και τα θεσμικά όργανα εκπροσώπησής τους, ειδικά στο πλαίσιο της αναγκαιότητας να υπάρξει μια κατ’ ουσίαν και όχι μόνο κατ’ όνομα ενιαία αγορά.
Η νέα εφαρμογή «PosoKanei» που αναπτύχθηκε από την εταιρεία Keyvoto για λογαριασμό του υπουργείου Ανάπτυξης και της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, βοηθάει στην εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων –παρά τις βελτιώσεις που χρειάζεται να γίνουν ακόμη– σχετικά με τις μεγάλες αποκλίσεις τιμών από χώρα σε χώρα για ακριβώς ίδιους κωδικούς προϊόντων. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι κατά την παρουσίαση της εφαρμογής στο Μέγαρο Μαξίμου το πρωί της περασμένης Τετάρτης, ο πρωθυπουργός δήλωσε μεταξύ άλλων «ότι αδικαιολόγητες τιμές, υψηλές τιμές στην Ελλάδα σε σχέση με αγορές της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν μπορούν να γίνουν εύκολα ανεκτές εάν δεν εξηγηθούν με απόλυτη σαφήνεια».
Το παράδειγμα του βρεφικού γάλακτος δυστυχώς δεν είναι το μοναδικό και ίσως δεν είναι το πιο κραυγαλέο, αν και η δυσανάλογα με τις άλλες χώρες υψηλή τιμή του συμβάλλει και στη διόγκωση ενός ακόμη προβλήματος, του δημογραφικού.
Δημοφιλές αναψυκτικό κορυφαίας εταιρείας του κλάδου, το οποίο μάλιστα παράγεται εδώ, πωλείται στην Ελλάδα 1,81 ευρώ/λίτρο, στο Βέλγιο 1,78 ευρώ/λίτρο, στην Ιταλία 1,64 ευρώ/λίτρο, στην Κύπρο 1,59 ευρώ/λίτρο και στη Ρουμανία 1,24 ευρώ/λίτρο. Χωρίς ΦΠΑ η Ελλάδα απλώς παύει να είναι η ακριβότερη χώρα και γίνεται η δεύτερη ακριβότερη σε αυτό το προϊόν (1,60 ευρώ/λίτρο με το Βέλγιο στην πρώτη θέση και 1,68 ευρώ/λίτρο).
Μπισκότα που έχουν ηγετική θέση παγκοσμίως πωλούνται στην Ελλάδα 8,02 ευρώ/κιλό (σ.σ. για λόγους σύγκρισης γίνεται αναγωγή από την ίδια την εφαρμογή στην τιμή μονάδας), όμως στη γειτονική Ιταλία 6,30 ευρώ/κιλό και στο Βέλγιο 8,43 ευρώ/κιλό. Εάν δεν συνυπολογισθεί ο ΦΠΑ, η τιμή στην Ελλάδα διαμορφώνεται σε 7,08 ευρώ/κιλό, στο Βέλγιο σε 6,04 ευρώ/κιλό και στην Ιταλία σε 5,71 ευρώ. Με άλλα λόγια, ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ιταλία η απόκλιση στην τιμή προ ΦΠΑ είναι περίπου 24%.
Εάν θέλουμε το πρωί να φάμε δημητριακά και να πιούμε καφέ, καλύτερα να πάμε στο Βέλγιο και στη Γερμανία. Μια από τις πλέον γνωστές μάρκες δημητριακών έχει τιμή στην Ελλάδα 10,24 ευρώ/κιλό και 9,06 ευρώ/κιλό χωρίς ΦΠΑ. Στο Βέλγιο, από την άλλη, η τιμή είναι μόλις 6,64 ευρώ/κιλό, η οποία χωρίς τον ΦΠΑ πέφτει στα 6,27 ευρώ. Πρόκειται για διαφορά 2,79 ευρώ ή περίπου 45%. Οι τιμές είναι επίσης χαμηλότερες για τον ίδιο κωδικό και σε άλλες χώρες της Ε.Ε., όπως για παράδειγμα στην Πορτογαλία (7,47 ευρώ με ΦΠΑ και 6,16 ευρώ χωρίς ΦΠΑ), αλλά και στην Ιταλία (6,91 ευρώ με ΦΠΑ και 6,27 ευρώ χωρίς ΦΠΑ).
Οσο για τον καφέ, η τιμή ανά κάψουλα εσπρέσο του ίδιου κωδικού είναι στην Ελλάδα 0,56 ευρώ, στην Πορτογαλία και στην Κύπρο 0,40 ευρώ, στην Ιταλία 0,39 ευρώ και στη Γερμανία 0,45 ευρώ. Βεβαίως, στην Ελλάδα ο καφές, εκτός από ΦΠΑ, φέρει την πρόσθετη επιβάρυνση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, «κληρονομιά» από το μνημόνιο, την οποία η κυβέρνηση δεν έχει… αποποιηθεί. Ανάλογα παραδείγματα καταγράφονται και σε άλλες κατηγορίες προϊόντων, όπως γλυκά και αλμυρά σνακ, παγωτά, τροφές για κατοικίδια.
Ενα από τα πλέον γνωστά σήματα μαργαρίνης, το οποίο παράγεται στην Ελλάδα, έχει τιμή χωρίς ΦΠΑ στην Ελλάδα 7,10 ευρώ/κιλό και στην Κύπρο 5,75 ευρώ/κιλό. Το μοτίβο αυτό δυστυχώς επαναλαμβάνεται για αρκετούς κωδικούς προϊόντων που είναι ακριβώς οι ίδιοι και στην Κύπρο, με την τιμή χωρίς ΦΠΑ να είναι εξαρχής αρκετά υψηλότερη. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι η κυπριακή αγορά είναι πολύ μικρότερη από την ελληνική, πιο απομακρυσμένη (αν και αρκετά από τα προϊόντα εξάγονται από την Ελλάδα) και το διαθέσιμο εισόδημα αρκετά υψηλότερο σε σύγκριση με την Ελλάδα.
Δεν λείπουν, μάλιστα, και περιπτώσεις όπου προϊόντα αμιγώς ελληνικών εταιρειών και όχι πολυεθνικών πωλούνται ακριβότερα στην Ελλάδα. Πελτές ντομάτας ιστορικής εταιρείας έχει τιμή χωρίς ΦΠΑ 4,86/κιλό στην Ελλάδα, αλλά 4,02 ευρώ/κιλό στην Κύπρο, ενώ ανάλογα παραδείγματα καταγράφονται σε προϊόντα όπως το γάλα και το κρασί.
Ενα από τα πλέον γνωστά σήματα μαργαρίνης, το οποίο παράγεται στην Ελλάδα, έχει τιμή χωρίς ΦΠΑ στην Ελλάδα 7,10 ευρώ/κιλό και στην Κύπρο 5,75 ευρώ/κιλό. Το μοτίβο αυτό δυστυχώς επαναλαμβάνεται για αρκετούς κωδικούς προϊόντων που είναι ακριβώς οι ίδιοι και στην Κύπρο, με την τιμή χωρίς ΦΠΑ να είναι εξαρχής αρκετά υψηλότερη.
Η «δαιμονοποίηση» των πολυεθνικών για την ακρίβεια συγκαλύπτει, βεβαίως, τα δομικά προβλήματα της εγχώριας αγοράς, τα οποία επιβεβαιώνονται ακόμη και από το ενδεικτικό παράδειγμα του πελτέ, του αναψυκτικού, της μαργαρίνης κ.ο.κ.
Προμηθευτές, λιανέμποροι
Το «ντιμπέιτ» για το ποιος φταίει, οι προμηθευτές ή οι λιανέμποροι, δεν είναι μόνο ελληνικό. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η αντιπαράθεση ανάμεσα στα θεσμικά όργανα των δύο πλευρών έχει λάβει ευρείες διαστάσεις. Μπροστά στις συνεχείς οχλήσεις προς την Κομισιόν από την πλευρά της Eurocommerce, η οποία εκπροσωπεί τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ και ζητεί επίμονα την άρση των γεωγραφικών περιορισμών εφοδιασμού, η ΑΙΜ – European Brands Association, η οποία εκπροσωπεί τις βιομηχανίες επώνυμων προϊόντων, έχει περάσει στην αντεπίθεση. Κατηγορεί τις αλυσίδες για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία που να δικαιολογούν αναθεώρηση των σχετικών κανόνων, αποδίδει τις διαφορές τιμών στα διαφορετικά περιθώρια κέρδους που έχει ο κλάδος των σούπερ μάρκετ σε κάθε χώρα (για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι τα περιθώρια κέρδους στην Αυστρία είναι 30% υψηλότερα σε σύγκριση με τη Γερμανία) και «καρφώνει» την Aldi, επισημαίνοντας ότι η εν λόγω αλυσίδα έχει επιβεβαιώσει ότι προμηθεύεται προϊόντα κεντρικά στις ίδιες τιμές για όλη την Ευρώπη, όμως οι τιμές λιανικής που εφαρμόζει διαφέρουν σε κάθε χώρα που δραστηριοποιείται αναλόγως των συνθηκών που επικρατούν σε κάθε αγορά.
ΠΗΓΗ:kathimerini