Η αλλαγή πολιτικής μπορεί να το κάνει.
Η συζήτηση που ανοίγει η κυβέρνηση της ΝΔ και ο Πρωθυπουργός για την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος παρουσιάζεται ως δήθεν «εκσυγχρονισμός» του Δημοσίου και ως προϋπόθεση για ένα πιο αποτελεσματικό κράτος. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια βαθιά πολιτική επιλογή που στοχοποιεί τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, επιχειρώντας να μεταφέρει την ευθύνη για τις παθογένειες του κράτους στους εργαζόμενους και όχι στις κυβερνητικές πολιτικές που διαχρονικά αποδυναμώνουν τις δημόσιες υπηρεσίες.
Οι δημιουργοί του «Επιτελικού κράτους» που εξύφαινε τον ΟΠΕΚΕΠΕ, που καταπατούν στοιχειώδη συνταγματικά δικαιώματα με τo Predator και νομοθέτησαν ότι πιο αντιδραστικό υπάρχει για να περιορίσουν τις συνδικαλιστικές ελευθέριες του κόσμου της εργασίας, που «μπαζώνουν» στα Τέμπη, για να αποκρύψουν τις ευθύνες τους και έχουν δημιουργήσει θεσμικό πλαίσιο διασπάθισης του δημόσιου χρήματος (π.χ. απευθείας αναθέσεις), που δεν έχουν συγκροτήσει υπηρεσιακά συμβούλια σε όλο το δημόσιο για να επιλέξουν τα στελέχη, τολμούν να απευθύνονται στους Έλληνες πολίτες μιλώντας για εκσυγχρονισμοί της Δημοσίας Διοίκησης. «Αυτοί είναι όμως»
Η μονιμότητα στο Δημόσιο δεν αποτελεί «προνόμιο». Αποτελεί θεσμική εγγύηση δημοκρατίας, νομιμότητας και προστασίας του δημόσιου συμφέροντος. Κατοχυρώθηκε ακριβώς για να προστατεύεται ο δημόσιος υπάλληλος από πολιτικές πιέσεις, κομματικές διώξεις, πελατειακές εξαρτήσεις και αυθαίρετες απολύσεις. Ένας υπάλληλος που φοβάται ότι μπορεί να χάσει τη δουλειά του επειδή δεν είναι αρεστός στην εκάστοτε εξουσία, δεν μπορεί να λειτουργήσει με ανεξαρτησία, αντικειμενικότητα και προσήλωση στη νομιμότητα.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να συνδέσει τη μονιμότητα με την αναποτελεσματικότητα του κράτους. Όμως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Τα σοβαρά προβλήματα του Δημοσίου δεν προέρχονται από τη συνταγματική προστασία των εργαζομένων, αλλά από τη χρόνια υποστελέχωση υπηρεσιών, την έλλειψη εκπαίδευσης και σύγχρονων υποδομών, την πολυνομία και τη γραφειοκρατία, τις πελατειακές λογικές των κυβερνήσεων, τις συνεχείς ιδιωτικοποιήσεις κρίσιμων λειτουργιών, την απουσία στρατηγικού σχεδιασμού, την υποχρηματοδότηση βασικών κοινωνικών υπηρεσιών.
Δεν είναι η μονιμότητα που δημιουργεί καθυστερήσεις στα νοσοκομεία, στα ασφαλιστικά ταμεία ή στις κοινωνικές υπηρεσίες. Είναι οι χιλιάδες κενές οργανικές θέσεις, η εντατικοποίηση της εργασίας και η συνειδητή εγκατάλειψη του δημόσιου τομέα προς όφελος ιδιωτικών συμφερόντων.
Επιπλέον, η αξιολόγηση που προβάλλεται ως «ουδέτερη» και «αντικειμενική» δεν είναι μια αθώα διοικητική διαδικασία. Σε ένα κράτος όπου οι διοικήσεις τοποθετούνται κομματικά, όπου η στοχοθεσία καθορίζεται πολιτικά και όπου οι δημόσιες υπηρεσίες λειτουργούν συχνά χωρίς επαρκές προσωπικό και μέσα, η σύνδεση της αξιολόγησης με ποινές, απολύσεις και άρση της μονιμότητας δημιουργεί ένα καθεστώς φόβου και χειραγώγησης.
Η συμμετοχή ακόμη και «των πολιτών» στην αξιολόγηση, όπως παρουσιάζεται, ακούγεται επικοινωνιακά ελκυστική, αλλά εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους αυθαιρεσίας, υποκειμενισμού και στοχοποίησης εργαζομένων, ιδιαίτερα σε υπηρεσίες με κοινωνικές, ελεγκτικές ή κατασταλτικές αρμοδιότητες. Το Δημόσιο δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους «πελατειακής βαθμολόγησης» ή λογικής αγοράς. Ο δημόσιος υπάλληλος οφείλει να υπηρετεί το νόμο και το κοινωνικό συμφέρον — όχι να λειτουργεί υπό την πίεση της δημοφιλίας ή της πολιτικής σκοπιμότητας.
Ένα πραγματικά σύγχρονο, διαφανές και αποτελεσματικό κράτος δεν χτίζεται με απολύσεις, ανασφάλεια και πειθαρχικό εκφοβισμό. Χτίζεται με μόνιμο και επαρκές προσωπικό, αξιοκρατικές προσλήψεις μέσω του Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, διαφανείς διαδικασίες, συνεχή επιμόρφωση, ψηφιακή αναβάθμιση υπηρεσιών και ενσωμάτωση με δημιουργικό τρόπο της Τεχνητής Νοημοσύνης, ενίσχυση της λογοδοσίας της διοίκησης και της πολιτικής ηγεσίας, αποκέντρωση αρμοδιοτήτων, ουσιαστική στήριξη των δημόσιων κοινωνικών αγαθών.
Οι χώρες με ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες στην Ευρώπη δεν στηρίζονται στην εργασιακή ανασφάλεια των δημοσίων υπαλλήλων. Αντίθετα, επενδύουν στη σταθερή εργασία, στην επαγγελματική ανεξαρτησία και στη θεσμική συνέχεια της διοίκησης.
Η στοχοποίηση της μονιμότητας δεν αποτελεί μεταρρύθμιση. Αποτελεί προσπάθεια μετατροπής του Δημοσίου σε έναν μηχανισμό περισσότερο εξαρτημένο από την εκάστοτε κυβέρνηση και περισσότερο ευάλωτο στις πιέσεις της αγοράς και των ιδιωτικών συμφερόντων και αυτό δεν μπορεί να είναι το μέλλον.
Η κοινωνία χρειάζεται ένα Δημόσιο δημοκρατικό, μοχλό ανάπτυξης, αποτελεσματικό και στην υπηρεσία των πολιτών. Και αυτό προϋποθέτει εργαζόμενους με δικαιώματα, αξιοπρέπεια και θεσμική προστασία — όχι υπαλλήλους υπό καθεστώς φόβου και ομηρίας.
ΠΗΓΗ:documento
