Η ήττα στον ΟΗΕ ανέδειξε την κατρα­κύλα της Γερ­μα­νίας

aggelioforos

Οι απα­νω­τές απο­τυ­χίες και οι σπα­σμω­δι­κές κινήσεις της κυβέρ­νη­σης Μερτς σε οικο­νο­μία και διπλω­μα­τία απο­μο­νώ­νουν τη χώρα και προ­κα­λούν ρήγ­ματα στην ΕΕ.

Η αποτυχία της Γερμανίας να εξασφαλίσει μία εκ των δύο μη μόνιμων εδρών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που αντιστοιχούσαν στην ομάδα των δυτικών χωρών, χάνοντας την εκλογή από την Πορτογαλία και την Αυστρία, καταδεικνύει τη συνεχιζόμενη διεθνή απομόνωση της χώρας έναν χρόνο μετά την ανάληψη της καγκελαρίας από τον Φρίντριχ Μερτς και τη δέσμευσή του για επαναφορά της γερμανικής επιρροής στη Δύση.

Η χώρα, αν και παραμένει ο δεύτερος μεγαλύτερος χρηματοδότης των Ηνωμένων Εθνών, συγκέντρωσε μόλις 104 ψήφους, διακόπτοντας μια παράδοση δεκαετιών που της εξασφάλιζε την εκλογή κάθε οκτώ χρόνια. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ απέδωσε το αποτέλεσμα στην υποστήριξη του Βερολίνου προς την Ουκρανία και το Ισραήλ. Ο Τρίτα Πάρσι, εκτελεστικός αντιπρόεδρος του αμερικανικού ινστιτούτου έρευνας Quincy Institute for Responsible Statecraft, αντέτεινε σε πρόσφατη ανάλυσή του ότι η Πορτογαλία και η Αυστρία διατηρούν την ίδια ακριβώς στάση στο ουκρανικό ζήτημα. Ο ίδιος εξηγεί ότι η ψηφοφορία αντανακλά την αποδοκιμασία του Παγκόσμιου Νότου για την άρνηση του Βερολίνου να καταδικάσει τις ισραηλινές πρακτικές. Ο Κρίστοφ Χόισγκεν, πρώην πρεσβευτής της χώρας στον ΟΗΕ, επιβεβαίωσε στο τηλεοπτικό δίκτυο RBB ότι η απώλεια αξιοπιστίας στα ανθρώπινα δικαιώματα κόστισε πολύτιμες συμμαχίες, την ίδια ώρα που η Αυστρία εξαργύρωνε τη συνταγματική ουδετερότητά της. 

Εσωτερική παράλυση 

Η διπλωματική υποχώρηση καταγράφεται σε μια περίοδο έντονης πολιτικής φθοράς, με το 83% των πολιτών να δηλώνει δυσαρεστημένο από τον καγκελάριο, σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Forsa. Ο επικεφαλής του ινστιτούτου Μάν-

φρεντ Γκίλνερ παρατηρεί στα στοιχεία των δημοσκοπήσεων ότι η κυβερνητική συμμαχία της συντηρητικής Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU) και των Σοσιαλδημοκρατών (SPD) αναλώνεται σε συνεχείς δημόσιες διαφωνίες για τις μεταρρυθμίσεις, απογοητεύοντας τους ψηφοφόρους. Η κοινωνική αβεβαιότητα ενισχύει την ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), η οποία προηγείται πλέον της CDU κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες.

Αντιδρώντας, ο Μερτς ανακοίνωσε ένα ταμείο υποδομών ύψους 500 δισ. ευρώ για τον εκσυγχρονισμό των δικτύων μεταφορών και ενέργειας. Τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών για τον Απρίλιο του 2026 δείχνουν ότι τα υπουργεία απορρόφησαν μόλις 11,2 δισ. ευρώ από τα 40 δισ. που είχαν προϋπολογιστεί για το τρέχον έτος, φτάνοντας μετά βίας το 28% του στόχου. Το σύστημα πάσχει από τόση γραφειοκρατική ακαμψία που ο υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλινγκμπάιλ εξετάζει την επιβολή συστήματος χρηματικών ποινών στα υπουργεία που αργοπορούν να αξιοποιήσουν τα κονδύλια, καταργώντας τη μακροχρόνια αυτονομία τους. 

Η χώρα διαθέτει τους απαραίτητους πόρους, αντιμετωπίζει όμως πρωτογενή λειτουργική καθήλωση. Οπως αναλύει ο συγγραφέας Κονσταντίν Ρίχτερ στην αμερικανική εφημερίδα «New York Times», η μεταπολεμική ταυτότητα της Γερμανίας στηριζόταν σε μια αποδοτική μηχανή που συνδύαζε εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και τεχνολογική υπεροχή, ωστόσο η σημερινή εικόνα μαρτυρά την αποσύνθεση αυτού του μοντέλου.

Μονομερείς ενέργειες

Η βιομηχανική παραγωγή συρρικνώνεται για έκτη συνεχόμενη χρονιά, καθώς η χώρα αδυνατεί να ανταγωνιστεί τις κινεζικές κρατικές επιδοτήσεις των 800 δισ. δολαρίων ετησίως. Μελέτη του βρετανικού ινστιτούτου Centre for European Reform (CER) εξηγεί ότι το 40% της απώλειας του γερμανικού ΑΕΠ μετά την πανδημία προέρχεται από αυτόν τον ασύμμετρο ανταγωνισμό. Η υπουργός Οικονομίας Κατερίνα Ράιχε προτίμησε να ταξιδέψει στο Πεκίνο με εκπροσώπους ομίλων όπως η Basf και η Thyssenkrupp την ίδια ακριβώς ημέρα που οι Βρυξέλλες παρουσίαζαν αυστηρά εργαλεία προστασίας της κοινής αγοράς.

Η στάση του Βερολίνου να επιδιώκει διμερείς συμφωνίες για τους δικούς του κολοσσούς αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική ισχύ όλης της Ευρώπης. Οι μεγάλοι όμιλοι πιέζουν την κυβέρνηση να κρατήσει χαμηλούς τόνους, φοβούμενοι ότι οποιαδήποτε ευρωπαϊκή δράση θα προκαλέσει αντίποινα της Κίνας στις επενδύσεις τους. Αυτή η επιλεκτική προστασία δημιουργεί ρήγματα στο εσωτερικό της ΕΕ. Την ώρα που το Παρίσι και η Ρώμη ζητούν ενιαία στάση, η Γερμανία προτιμά τον δρόμο της προσωπικής διευθέτησης. Το κόστος αυτού του «μονόδρομου» είναι διπλό. Από τη μία οι γερμανικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις μένουν αβοήθητες μπροστά στις εισαγωγές, ενώ οι μεγάλες εταιρείες μεταφέρουν μονάδες παραγωγής στην Ασία για να αποφύγουν δασμούς, αδειάζοντας την ευρωπαϊκή βάση. Από την άλλη, η χρήση κρατικού χρήματος για τη διάσωση των παλαιών βιομηχανικών κολοσσών απορροφά πόρους που η Ευρώπη χρειάζεται για την ψηφιακή μετάβαση και την τεχνητή νοημοσύνη.

Στο ίδιο κλίμα, η δημόσια επίκριση του Μερτς για τους αμερικανικούς χειρισμούς στο Ιράν προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος απέσυρε 5.000 στρατιώτες από το γερμανικό έδαφος υποχρεώνοντας την καγκελαρία να αναλάβει η ίδια το κόστος της άμυνάς της. Σε αυτήν άλλωστε έχει επενδύσει με τις νέες δυνατότητες επανεξοπλισμού. Παράλληλα, ο πόλεμος στην Ουκρανία διέκοψε τη ροή του ρωσικού φυσικού αερίου, στερώντας από τη βαριά βιομηχανία το φτηνό καύσιμο που της εξασφάλιζε πλεονέκτημα τιμής στις παγκόσμιες αγορές για δεκαετίες. Προσπαθώντας να καλύψει αυτά τα κενά, η γερμανική ηγεσία διοχετεύει τους διαθέσιμους πόρους στα παραδοσιακά της εργοστάσια.

Οπως προειδοποιεί σε άρθρο γνώμης του ο διευθυντής σύνταξης του δικτύου Euronews Κλάους Στρουντς, η ΕΕ εξαρτάται από την οικονομική υγεία του Βερολίνου. Ο περιορισμός των γερμανικών παραγγελιών διαταράσσει τις εμπορικές αλυσίδες των γειτονικών κρατών, με τους εταίρους να βλέπουν τον ισχυρότερο σύμμαχό τους να παραπαίει απειλώντας να συμπαρασύρει στην πτώση του την ευημερία και την επιρροή ολόκληρης της γηραιάς (κυριολεκτικά πλέον) ηπείρου.

ΠΗΓΗ:documento

Share This Article