Νικ Τερς | The Intercept
Ο επικεφαλής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας δήλωσε την Τρίτη ότι «ανησυχεί έντονα για την έκταση και την ταχύτητα» της επιδημίας Έμπολα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και την Ουγκάντα, η οποία έχει οδηγήσει σε απότομη αύξηση των θανάτων -τουλάχιστον 130 μέχρι στιγμής- και σε περισσότερα από 500 ύποπτα κρούσματα. Η αντιμετώπιση της επιδημίας περιπλέκεται εξαιτίας ενός σπάνιου στελέχους του ιού, γνωστό ως Bundibugyo, το οποίο συχνά δεν ανιχνεύεται από τα συνήθη επιτόπια διαγνωστικά τεστ και για το οποίο δεν υπάρχουν ούτε εμβόλια ούτε εγκεκριμένες θεραπείες.
Ειδικοί εκτιμούν ότι οι πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ -όπως η αποδυνάμωση της Αμερικανικής Υπηρεσίας Διεθνούς Ανάπτυξης (USAID) και η αποχώρηση των ΗΠΑ από τον ΠΟΥ- έχουν υπονομεύσει περαιτέρω την παγκόσμια υγειονομική ασφάλεια και έχουν επηρεάσει αρνητικά την ανταπόκριση στην επιδημία. Ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους, προειδοποίησε για νέα κρούσματα σε αστικές περιοχές, λαμβάνοντας υπόψιν αναφορές για περιστατικά στην Καμπάλα, την πρωτεύουσα της Ουγκάντας, καθώς και στη Γκόμα, μια στρατηγικής σημασίας πόλη του Κονγκό στα σύνορα με τη Ρουάντα.
Το The Intercept είχε αναδείξει ήδη από το 2019 τα όρια και τις ανησυχητικές ελλείψεις στη δημόσια υγεία στη Γκόμα, κατά τη διάρκεια προηγούμενης επιδημίας Έμπολα. Τότε, ο Άντονι Φάουτσι -επικεφαλής εκείνη την περίοδο του Εθνικού Ινστιτούτου Αλλεργιών και Λοιμωδών Νοσημάτων των ΗΠΑ- είχε προειδοποιήσει για τους κινδύνους εξάπλωσης του ιού σε αυτό το μεγάλο αστικό κέντρο. «Η Γκόμα είναι μια πόλη εκατομμυρίων κατοίκων και διαθέτει διεθνές αεροδρόμιο, οπότε η κατάσταση προκαλεί τεράστια ανησυχία», είχε δηλώσει. «Αν ο Έμπολα εισχωρήσει και εξαπλωθεί εκεί, αυξάνεται σημαντικά η πιθανότητα να μεταδοθεί πέρα από τη ΛΔ Κονγκό, τόσο σε γειτονικές όσο και σε πιο απομακρυσμένες χώρες».
Οι ειδικοί εκφράζουν έντονη ανησυχία επειδή ο ιός φαίνεται πως κυκλοφορούσε χωρίς να εντοπιστεί επί εβδομάδες -και πιθανότατα επί μήνες- στην επαρχία Ιτούρι, μια απομακρυσμένη περιοχή του ανατολικού Κονγκό που συνορεύει με το Νότιο Σουδάν και την Ουγκάντα. Η περιοχή, που εδώ και χρόνια πλήττεται από συγκρούσεις, φιλοξενεί μεγάλους πληθυσμούς εκτοπισμένων και αποτελεί κόμβο για εποχικούς εργάτες και δίκτυα λαθρεμπορίου. Οι υγειονομικές και ιατρικές υποδομές είναι εξαιρετικά αδύναμες, γεγονός που καθιστά την ιχνηλάτηση επαφών σχεδόν αδύνατη.
«Η επαρχία Ιτούρι είναι εξαιρετικά ασταθής από πλευράς ασφάλειας. Οι συγκρούσεις έχουν ενταθεί από τα τέλη του 2025 και οι μάχες έχουν κλιμακωθεί δραματικά τους τελευταίους δύο μήνες, με αποτέλεσμα θανάτους αμάχων. Περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί πρόσφατα – και στις επιδημίες Έμπολα γνωρίζουμε πολύ καλά τι σημαίνει ο εκτοπισμός πληθυσμών», δήλωσε ο Τέντρος. «Η περιοχή είναι επίσης μεταλλευτική ζώνη, με έντονη κινητικότητα πληθυσμών, κάτι που αυξάνει τον κίνδυνο περαιτέρω εξάπλωσης».
Μέχρι πρότινος, η USAID στήριζε μη κυβερνητικές οργανώσεις και υγειονομικούς εργαζόμενους σε αγροτικές κοινότητες που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή τέτοιων επιδημιών. «Αυτοί οι άνθρωποι είναι το ανάχωμα ανάμεσα σε εμάς και μια καταστροφή», δήλωσε η Μάργκαρετ Χάρις, πρώην ανώτερη αξιωματούχος του ΠΟΥ και γιατρός που συμμετείχε στην αντιμετώπιση επιδημιών Έμπολα στη Δυτική Αφρική τη δεκαετία του 2010 και αργότερα στο Κονγκό.
ΠΗΓΗ:info-war
