«Οταν η οικονομική μας ενσωμάτωση χρησιμοποιείται ως όπλο και όχι ως βάση για μια συνεργασία αμοιβαίου οφέλους, πρέπει να απαντήσουμε», δήλωσε χτες ο υπουργός Οικονομίας του Καναδά, Φρανσουά Φιλίπ Σαμπάν, που ανακοίνωσε την επιβολή δασμών σε εισαγωγές από τις ΗΠΑ, μέχρι και 50%, αρχής γενομένης της 8ης Σεπτέμβρη.
Τα νέα μέτρα αποτελούν απάντηση στην αύξηση δασμών στο 50% που ανακοίνωσε προχτές η αμερικανική κυβέρνηση σε διάφορες εισαγωγές (αυτοκινήτων, χάλυβα κ.τ.λ.) από τον Καναδά, από 1η Γενάρη, μετά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων για τους όρους των διμερών εμπορικών συναλλαγών.
«Δεν διαλέξαμε εμείς αυτή τη σύγκρουση», υποστήριξε ο Σαμπάν, που ανήγγειλε ότι από 8η Σεπτέμβρη μια σειρά προϊόντα που εισάγονται από τις ΗΠΑ θα δασμολογούνται από 15% μέχρι 50%.
Με γνώμονα τη στήριξη των καναδικών μονοπωλίων που καλούνται τώρα να δώσουν σε νέα βάση τη μάχη για τη θέση τους σε μια σειρά κλάδους, η κυβέρνηση του πρώην μεγαλοτραπεζίτη, Μαρκ Κάρνεϊ, ανακοίνωσε και αποδέσμευση 7,5 δισεκατομμυρίων καναδικών δολαρίων (αντιστοιχούν περίπου σε 4,6 δισεκατομμύρια ευρώ) για την τόνωση της ρευστότητας των επιχειρήσεων, αλλά και την ενίσχυση των επιδομάτων ανεργίας – προκειμένου να απορροφηθούν και αντιδράσεις εργαζομένων, στρατεύοντάς τους πίσω από την αναπροσαρμοσμένη τακτική υπεράσπισης του ντόπιου κεφαλαίου.
Νέες προκλήσεις της Ουάσιγκτον
Από τη μεριά του, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, με ανάρτησή του ανέφερε χτες ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο να αλλάξουν το όνομα της Λίμνης Οντάριο σε …Λίμνη Αμερικής, καθώς δεν αναμένουμε να κάνουμε πλέον πολλές δουλειές με το Οντάριο», μιλώντας για μια από τις μεγαλύτερες λίμνες στον βορά της αμερικανικής ηπείρου, που μοιράζονται οι δύο χώρες.
Νωρίτερα, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι ντι Βανς, καταφεύγοντας κι αυτός σε προκλήσεις, είχε πει ότι «ο Καναδάς είναι μια χώρα… Συγγνώμη, (είναι ένα) φροϋδικό ολίσθημα (…) Στην πραγματικότητα ήταν ένα λάθος», δίνοντας συνέχεια σε παλιότερες δηλώσεις (Τραμπ) ότι ο Καναδάς θα μπορούσε να γίνει «η 51η πολιτεία των ΗΠΑ».
Οπως υποστήριξε ο Βανς, ο Καναδάς θα «δεχόταν εισβολή από μια ξένη χώρα» αν δεν βρισκόταν υπό την προστασία των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ επέκρινε την Οττάβα για …αχαριστία. «Και πώς αντιδρά στην πραγματικότητα ο Καναδάς σε αυτό – αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους του Μέιν (αμερικανική πολιτεία που συνορεύει με τον Καναδά) δίκαια; Οχι, επιβάλλουν γελοίους δασμούς και άλλες μη δασμολογικές χρεώσεις στα προϊόντα του Μέιν που εισέρχονται στον Καναδά», καταλήγοντας: «Εχουμε βαρεθεί αυτό. Στην πραγματικότητα, θα λάβουμε αντίποινα κατά των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, είτε προέρχονται από την Κίνα είτε από τον Καναδά».
Πολύπλευρες επιπτώσεις και για τις δύο πλευρές
Τις πολύπλευρες συνέπειες που η επιδείνωση των διμερών οικονομικών σχέσεων θα έχει και για τις δύο πλευρές ανέδειξαν δηλώσεις του πρωθυπουργού (της καναδικής πολιτείας) του Οντάριο, Νταγκ Φορντ, που είπε ότι μετά από τις προτάσεις των ΗΠΑ που η χώρα του έκρινε ασύμφορες και γι’ αυτό απέρριψε, «όλα είναι στο τραπέζι».
Τονίζοντας ότι «εγώ θα κάνω ό,τι είναι απαραίτητο», θύμισε ότι «παρέχουμε ηλεκτρικό ρεύμα σε 1,5 εκατομμύριο σπίτια και επιχειρήσεις», δήλωσε ο Φορντ, λέγοντας ότι αν οι ΗΠΑ εξακολουθήσουν τις προσπάθειες να καταστρέψουν τη μεταποιητική βιομηχανία του Καναδά, «καλύτερα να έχουν έτοιμη μια μπαταρία». Ο Φορντ έχει ακόμα προτείνει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση την εξέταση και περιορισμών των καναδικών εξαγωγών πετρελαίου, καλίου και στρατηγικών ορυκτών στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, την «αυστηρότητα» του Φορντ μελετά πλέον και η πρωθυπουργός του Κεμπέκ, Κριστίν Φρεσέτ, της οποίας η επαρχία παρέχει μεγάλη ποσότητα υδροηλεκτρικής ενέργειας στις ΗΠΑ.
Από την άλλη πλευρά, ανησυχία αναπτύσσεται και στους κύκλους των Καναδών βιομηχάνων. Μετά την επιβολή δασμών 25% που ο Καναδάς επέβαλε στις εισαγωγές αμερικανικού χάλυβα, αυτές έχουν ήδη πέσει κατά 30%.
- Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη», Τετάρτη 26 Αυγούστου