Επιστήμονες και κάτοικοι αναδεικνύουν τους κινδύνους και τις πολιτικές αστοχίες του έργου.
Γίνεται να θεωρείται «αντιπλημμυρικό» ένα έργο που η κατασκευή του εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο μπορεί να προστατέψει από τις ακραίες πλημμύρες της κλιματικής αλλαγής; Γιατί να δαπανηθούν 101 εκατ. ευρώ για μια λογική «τιθάσευσης» του ποταμού τη στιγμή που η Ευρώπη για την πρόληψη των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής αλλάζει κατεύθυνση και επενδύει σε λύσεις βασισμένες στη φύση, επιστρέφοντας στα ποτάμια τον φυσικό τους χώρο;
Αυτά είναι μερικά από τα εύλογα ερωτήματα που εγείρει η υλοποίηση έργου «αντιπλημμυρικής προστασίας» και συγκεκριμένα της διευθέτησης του Μεγάλου Ρέματος Ραφήνας, το οποίο προβλέπει: επεμβάσεις στα τελευταία περίπου 15 χιλιόμετρα του ρέματος μέχρι τις εκβολές, με εκβάθυνση της κοίτης, αποψίλωση της παρόχθιας βλάστησης και τοποθέτηση συρματοκιβωτίων σε πολλά σημεία, ενώ σε άλλα προβλέπονται επενδύσεις με σκυρόδεμα. Το έργο αδειοδοτήθηκε μόλις το 2018 και οι εργασίες ξεκίνησαν το 2023, για να επανεκκινηθεί εσπευσμένα ύστερα από διακοπή μηνών στις 8 Ιουνίου 2026. Ποια είναι τα πιο σοβαρά προβλήματα όμως αυτού του έργου;
Το τεχνικό κομμάτι
Σύμφωνα με τον Ηλία Ταρναρά, πολιτικό μηχανικό–υδραυλικό, το ανησυχητικό είναι η αύξηση του πλημμυρικού κινδύνου στην πόλη της Ραφήνας, καθώς ο σχεδιασμός του έργου προβλέπει, μεταξύ άλλων, την κατάργηση του φυσικού πλημμυρικού πεδίου στην περιοχή Πετρέζα μέσω εκβάθυνσης της κοίτης σε μήκος άνω του ενός χιλιομέτρου και την τοποθέτηση συρματοκιβωτίων.
Οπως τονίζει ο Ηλ. Ταρναράς, «όχι απλώς δεν θα προσφέρουν αντιπλημμυρική προστασία, αλλά θα δημιουργήσουν σημαντικά προβλήματα στα κατάντη (σ.σ.: προς τις εκβολές του ποταμού). Θα έρθει το υπουργείο να εγκιβωτίσει την κοίτη ακόμη και στο σημείο που πραγματοποιείται το ευεργετικό φαινόμενο της υπερχείλισης και της εκτροπής του πλημμυρικού όγκου προς την πεδιάδα στα νότια. Τι θα γίνει τότε; Μια πολύ μεγάλη ποσότητα νερού, που σήμερα σε μεγάλες βροχοπτώσεις πλημμυρίζει τον κάμπο των Σπάτων, θα οδηγηθεί στο ρέμα της Ραφήνας. Κι αυτό παρότι η παροχετευτικότητα, δηλαδή η δυνατότητα να παραλάβει παροχή, είναι αυξημένη σημαντικά λόγω διαπλάτυνσης και κυρίως λόγω εκβάθυνσης που προβλέπουν τα έργα. Ολη αυτή η αυξημένη παροχή θα οδηγηθεί προς τη Ραφήνα, προς την αστικοποιημένη περιοχή. Αρα λοιπόν αυτό που με ανησυχεί είναι όταν έρθει μια βροχή, ας πούμε 100, 150 ετών περιόδου επαναφοράς (σ.σ.: στατιστικά πιο σπάνια ακραία φαινόμενα), και μην το θεωρείτε και τόσο απίθανο, μπορεί να έρθει το φετινό φθινόπωρο. Σε αυτή την περίπτωση το ρέμα, ακόμη και διευθετημένο, δεν είναι επαρκές».
Ενα δεύτερο σημαντικό πρόβλημα που επισημαίνει ο Ηλ. Ταρναράς είναι ότι το φράγμα ανάσχεσης, το οποίο προβλέπεται να κατασκευαστεί στα ανάντη τμήματα του ποταμού (προς τις πηγές) κατά τη δεύτερη φάση των έργων και, σύμφωνα με τις μελέτες, ολοκληρώνει την αντιπλημμυρική προστασία, θα είχε ουσιαστικό νόημα μόνο εφόσον διατηρηθεί το πλημμυρικό πεδίο. Ωστόσο παραμένει άγνωστο πότε θα κατασκευαστεί το φράγμα. Παράλληλα σχολιάζει ότι η χρήση σκληρών και αδιαπέραστων υλικών, όπως τα συρματοκιβώτια (σαρζανέτια), αντί της παρόχθιας βλάστησης, αυξάνει την ταχύτητα του νερού και σε περίπτωση υπερχείλισης ενέχει τον κίνδυνο σοβαρών καταστροφών.
Γενικότερα, όπως τονίζει ο Ηλ. Ταρναράς, για να θεωρηθεί η περιοχή επαρκώς θωρακισμένη, τα έργα θα πρέπει να είχαν σχεδιαστεί ώστε να ανταποκρίνονται σε πλημμυρικά φαινόμενα με περίοδο επαναφοράς άνω των 50 ετών. Παράλληλα, απαιτούνται συμπληρωματικά μέτρα, όπως η αναδάσωση των καμένων εκτάσεων, η διαπλάτυνση των γεφυρών, άμεσες παρεμβάσεις στα σημεία όπου η κοίτη στενεύει, καθώς και η απαλλοτρίωση ορισμένων παράνομων παραρεμάτιων κτισμάτων.
Σχετικά με τις απαλλοτριώσεις ο καθηγητής Πολεοδομίας και διευθυντής Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος Νίκος Μπελαβίλας προσθέτει: «Στα σημεία όπου τα κτίρια χωροθετούνται μέσα στην πλημμυρική κοίτη, εκεί προκαλείται η ζημιά, η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με κανένα τεχνικό έργο, παρά μόνο με κατεδάφιση. Το φαινόμενο αυτό το είδαμε και στην περίπτωση της Μάνδρας».
Ξεπερασμένες λύσεις
Σχολιάζοντας γενικότερα το θέμα των έργων στα ποτάμια ο καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Υδρολογίας και Ανάλυσης Υδατικών Συστημάτων Νικήτας Μυλόπουλος μεταφέρει στο Documento: «Η μόνη αποδεκτή αντιπλημμυρική λειτουργία στοιχίζεται πλέον με τις λύσεις που βασίζονται στη φύση (nature-based solutions). Γιατί αποτελεί την πλέον σύγχρονη τάση παγκοσμίως και γιατί η Μεσόγειος, ως hotspot της κλιματικής κρίσης, θα αντιμετωπίζει ολοένα συχνότερα καταστροφικές πλημμύρες. Αρα δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να λειτουργούμε αντιπλημμυρικά με τον τρόπο που λειτουργούσαμε πριν από 50 χρόνια, να καναλιζάρουμε τα ποτάμια, να τα τσιμεντώνουμε, να τα ευθυγραμμίζουμε. Οπως επίσης δεν μπορούμε να συνεχίσουμε τις ίδιες χρήσεις γης στις πλημμυρικές ζώνες των ποταμών. Πρέπει να δώσουμε πίσω στα ποτάμια και τα υπόλοιπα οικοσυστήματα τον χώρο τους, γιατί είναι ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος αντιπλημμυρικής θωράκισης. Αλλά και γιατί το ευρύτερο διακύβευμα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερο από το όποιο οικονομικό ή πολιτικό κόστος (π.χ. κόστος απαλλοτριώσεων). Οι επανειλημμένες πλημμύρες στη Θεσσαλία μάς έδειξαν ότι η κλιματική κρίση είναι εδώ. Είμαστε ήδη πολύ καθυστερημένοι σε έργα κλιματικής προσαρμογής και δεν μπορούμε να επιλέγουμε διαρκώς λύσεις του περασμένου αιώνα».
Παραβιάζει οδηγίες της ΕΕ
Εν προκειμένω, πέρα από τον κίνδυνο που προκαλεί το έργο της Ραφήνας τεχνικά, εγείρονται και νομικά ζητήματα. Παραβιάζει τις κυριότερες περιβαλλοντικές οδηγίες της ΕΕ, όπως αναλύει στο Documento η νομικός του κινήματος πολιτών Κίνηση για την Προστασία & Ανάδειξη του Μεγάλου Ρέματος της Ραφήνας και κάτοικος της περιοχής Παναγιώτα Πετρόγλου. Συγκεκριμένα, παραβιάζονται οι οδηγίες για τα ύδατα και τις πλημμύρες, ο κανονισμός για την αποκατάσταση της φύσης αλλά και οι προϋποθέσεις ένταξης έργων στο ΕΣΠΑ 2021-2027, στο οποίο μεταφέρθηκε το έργο της Ραφήνας.
Η οδηγία για τα ύδατα λέει: Απαγορεύεται η υποβάθμιση των υδάτων και εάν υπάρχει ανάγκη υποβάθμισης π.χ. λόγω νέων έργων, όπως λέει η νομικός, «είσαι υποχρεωμένος να πάρεις πριν από την περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου την εξαίρεση του άρθρου 4 παράγραφος 7 της οδηγίας για τα ύδατα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και γενικά και οι τράπεζές της δεν χρηματοδοτούν έργα αυτής της εξαίρεσης γιατί θεωρούνται πολύ παρωχημένα, επειδή ακριβώς υποβαθμίζουν τα ύδατα».
«Το έργο της Ραφήνας» τονίζει η Π. Πετρόγλου, «δεν έχει πάρει αυτή την εξαίρεση πριν από την αδειοδότηση (σ.σ.: παρόλο που υποβαθμίζει τα ύδατα). Αυτό προκύπτει και από το Σχέδιο Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ) Αττικής (2024), που αναφέρει ρητά ότι καμία τέτοια εξαίρεση δεν έχει δοθεί ποτέ και πουθενά στην Αττική. Κι αυτό αποτελεί δημόσια ομολογία».
Επίσης, εντύπωση προκαλεί ότι στις 8/1/2026, την ίδια ημέρα που τερματίστηκαν έργα παρόμοια με εκείνο της Ραφήνας στον Ερασίνο ποταμό λόγω διαπιστωμένης παραβίασης της οδηγίας για τα ύδατα από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), το υπουργείο Υποδομών έδωσε διετή παράταση στο έργο της Ραφήνας το οποίο επίσης χρηματοδοτείται και από την ΕΤΕπ.
Παρόλο όμως που τόσο αυτό όσο και η ένταξη του προγράμματος στο ΕΣΠΑ 2021-2027 προσβλήθηκαν δικαστικά λόγω παραβίασης των όρων χρηματοδότησης, όπως μας επισημαίνει η Π. Πετρόγλου, οι δικαστικές διαδικασίες θα πάρουν χρόνο. Στο μεταξύ από 8/6/2026 οι μπουλντόζες έχουν ήδη καταστρέψει μέρος της παρόχθιας βλάστησης και της κοίτης στην Πετρέζα για «καθαρισμό» και εκβάθυνση της κοίτης στο φυσικό πλημμυρικό πεδίο. Κάτοικοι και περιβαλλοντικές οργανώσεις εκτιμούν ότι η καταστροφή αυτή επιχειρεί να δημιουργήσει περιβαλλοντικά τετελεσμένα, ώστε η περιοχή να αποδοθεί στην «ανάπτυξη». Κι αυτό ενώ επίκειται εντός Ιουλίου η έκθεση του μηχανισμού καταγγελιών της ΕΤΕπ επί της καταγγελίας τους.
«Ξαφνικά έπρεπε όλα να γίνουν σε χρόνο dt. Αυτό το ίδιο μας βάζει σε υποψίες» τονίζει η Π. Πετρόγλου.
Από τις 8 Ιουνίου οι μπουλντόζες έχουν ήδη καταστρέψει μέρος της παρόχθιας βλάστησης και της κοίτης στην Πετρέζα στο ρέμα της Ραφήνας για «καθαρισμό» και εκβάθυνση της κοίτης στο φυσικό πλημμυρικό πεδίο. Κάτοικοι και περιβαλλοντικές οργανώσεις καταγγέλλουν ότι η κίνηση αυτή επιχειρεί να δημιουργήσει τετελεσμένα
Το υπουργείο και οι ενστάσεις των ειδικών
Παραδοχή για δεσμεύσεις «πολεοδομικού και χωροταξικού χαρακτήρα»
Το Documento επικοινώνησε, όπως όφειλε, με το υπουργείο Υποδομών, φορέα υλοποίησης του έργου. Στο ερώτημά μας γιατί δεν δόθηκε περισσότερος χώρος στο ποτάμι πραγματοποιώντας και απαλλοτριώσεις όπου απαιτούνταν, η απάντηση ήταν ότι αυτά συνιστούν «ουσιαστικά διαφορετική φιλοσοφία αντιπλημμυρικού σχεδιασμού». Ακόμη ότι: «η οδηγία 2007/60/ΕΚ δεν θεσπίζει υποχρεωτική προτεραιότητα υπέρ συγκεκριμένου τύπου αντιπλημμυρικών παρεμβάσεων ούτε επιβάλλει την αποκλειστική εφαρμογή λύσεων βασισμένων στη φύση (Nature Based Solutions)».
Οσο για τις απαλλοτριώσεις παραδέχεται ότι «ο χώρος που ιστορικά ανήκει στις φυσικές πλημμυροπεδιάδες υπόκειται πλέον –για λόγους και αιτίες που έχουν εξελιχθεί σε σημαντικό βάθος χρόνου– σε δεσμεύσεις χωροταξικού και πολεοδομικού χαρακτήρα» αλλά για την απελευθέρωση του χώρου αυτού «δεν είναι αυτονόητο πως θα πρέπει κατά προτεραιότητα να παρακαμφθούν όλες οι δεσμεύσεις αυτές προκειμένου να εφαρμοστούν τα προτεινόμενα μέτρα».
Οσον αφορά την κατασκευή του φράγματος στη Β΄ φάση απάντησε ότι «η ΜΠΕ (Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων) προτείνει να προηγηθεί η λειτουργία των έργων Α΄ Φάσης, να πραγματοποιηθεί συστηματική παρακολούθηση της πραγματικής υδραυλικής συμπεριφοράς του ρέματος και βάσει των πραγματικών δεδομένων να επανεκτιμηθεί η αναγκαιότητα του φράγματος ή άλλης πρόσθετης αντιπλημμυρικής παρέμβασης. Μάλιστα, προβλέπει ρητά τη δυνατότητα “επανεξέτασης των έργων Β΄ Φάσης από μηδενική βάση” ακόμη και “αποδέσμευσης από τη λύση του φράγματος”».
Για τον Ηλ. Ταρναρά όμως «η λύση του φράγματος θα μπορούσε να αποφευχθεί στην περίπτωση που διατηρούνταν η υφιστάμενη κατάσταση στην περιοχή της Πετρέζας. Προφανώς όμως το έργο Β΄ Φάσης θα θεωρηθεί απαραίτητο στην περίπτωση αστοχίας – ανεπάρκειας των έργων Α΄ Φάσης. Αλλά τότε θα είναι ήδη αργά καθώς θα έχουν προκύψει και οι συνέπειες της αστοχίας των έργων, ένα ενδεχόμενο ιδιαίτερα ανησυχητικό για τις παραρεμάτιες περιοχές στα κατάντη (σ.σ. εκβολές)».
Παράλληλα, η εξαίρεση του άρθρο 4 παρ. 7 της ευρωπαϊκής οδηγίας για το υπουργείο «δεν αποτελεί γενική προϋπόθεση αδειοδότησης όλων των έργων που υλοποιούνται σε υδατικά συστήματα. Η εφαρμογή του εξετάζεται κατά περίπτωση […]». Επίσης, το έργο δεν έλαβε την εξαίρεση «καθώς, σύμφωνα με την αξιολόγηση της αρμόδιας Γενικής Διεύθυνσης Υδάτων, δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης».
Ως προς αυτό ο δικηγόρος ΔΝ, νομικός περιβάλλοντος Αντώνης Σηφάκης σχολιάζει ότι, με δεδομένο πως το έργο μπορεί να επιδράσει στην ποιοτική και ποσοτική κατάσταση των υπόγειων υδάτων, «η διαδικασία υπαγωγής ή όχι στο άρθρο 4 παρ. 7 της οδηγίας 2000/60, σύμφωνα με την 1η Αναθεώρηση ΣΔΛΑΠ Αττικής, κρίνεται σε συνέχεια της υποβολής κατάλληλου φακέλου τεκμηρίωσης από τον φορέα του έργου στη Διεύθυνση Υδάτων, η οποία με τη σειρά της εισηγείται στον συντονιστή της αποκεντρωμένης διοίκησης την υπαγωγή ή όχι των υδατικών συστημάτων που επηρεάζονται από το προγραμματιζόμενο έργο, μετά τη σύμφωνη γνώμη της Ειδικής Γραμματείας Υδάτων και εντέλει εκδίδεται η κατάλληλη απόφαση. Τέτοιος φάκελος από πουθενά δεν προκύπτει ότι κατατέθηκε από τον φορέα του έργου».
Η αλήθεια είναι ότι ο πλημμυρικός κίνδυνος στην περιοχή αυξάνεται από τις ανθρωπογενείς επεμβάσεις τόσο στο ίδιο το ρέμα (αυθαίρετες κατασκευές, ελλιπείς δημόσιες υποδομές, κυρίως ανεπαρκή τεχνικά έργα και γέφυρες στις διασταυρώσεις με το οδικό δίκτυο) όσο και στην ευρύτερη περιοχή (αύξηση παροχής λόγω πυρκαγιών, εκτεταμένης δόμησης, εκτροπής μέρους της λεκάνης απορροής από τον Κηφισό και τον Ποδονίφτη προς τη Ραφήνα). Αρα απαιτούνται επεμβάσεις, όχι όμως αυτού του είδους, οι οποίες χαρακτηρίζονται «μειωμένης ανθεκτικότητας και προσαρμοστικότητας στις μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες». Αν, ο μη γένοιτο, συμβεί μια μεγάλη καταστροφή, αυτή θα αποδοθεί και πάλι στην κλιματική αλλαγή;
ΠΗΓΗ:documento