Τι αποκαλύπτει νέα έρευνα του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του ΙΤΕ.
Τα κουνούπια γίνονται ολοένα και πιο ανθεκτικά με την νέα έρευνα του ΙΤΕ να αποκαλύπτει τους γενετικούς μηχανισμούς που ενισχύουν την ανθεκτικότητα των ενοχλητικών εντόμων που φέτος δοκιμάζουν την Αθήνα με τον ιό του Δυτικού Νείλου.
Τα νοσήματα που μεταδίδονται από κουνούπια, συμπεριλαμβανομένης της ελονοσίας, του δάγκειου πυρετού και του ιού του Δυτικού Νείλου (WNV), αποτελούν σημαντικές προκλήσεις για τη δημόσια υγεία. Περισσότερο από το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε περιοχές που διατρέχουν κίνδυνο και η Ευρώπη δεν αποτελεί εξαίρεση, με την Ελλάδα να αντιμετωπίζει φέτος σημαντική έξαρση του ιού του Δυτικού Νείλου. Η κλιματική κρίση μπορεί να αυξήσει περαιτέρω τον κίνδυνο εμφάνισης επιδημιών π.χ διευκολύνοντας την εξάπλωση χωρο-κατακτητικών ειδών κουνουπιών, παρατείνοντας την περίοδο αναπαραγωγής τους και επιτρέποντας στους πληθυσμούς τους να διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα.
Σε πρόσφατη εργασία που δημοσιεύθηκε στο Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS), οι ερευνητές με επικεφαλής την Δρ. Λίντα Γρηγοράκη και την υποψήφια διδάκτορα Mengling Chen, χρησιμοποιώντας τεχνικές γενετικής μηχανικής, εξέτασαν ξεχωριστά διαφορετικούς μηχανισμούς ανθεκτικότητας, όπως μεταλλάξεις στους μοριακούς στόχους των εντομοκτόνων και την παραγωγή ενζύμων που διασπούν τα εντομοκτόνα.
Αφορμή για την έρευνα ήταν η μεγάλη δυσκολία στο να καταπολεμηθούν πληθυσμοί κουνουπιών, ιδιαίτερα στην Αφρική. Η Λίντα Γρηγοράκη, ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας τόνισε στο documentonews.gr πως:
«Η ελονοσία μεταδίδεται από ανωφελή κουνούπια και ο υιός του Δυτικού Νείλου μεταφέρεται από τα Culex κουνούπια τα οποία έχουμε και εμείς εδώ και δημιουργούν το πρόβλημα που παρουσιάστηκε τώρα φέτος με τον υιό του Δυτικού Νείλου. Η αφορμή για την έρευνά μας είναι πως υπάρχει μεγάλη δυσκολία στο να καταπολεμηθούν πληθυσμοί κουνουπιών, ιδιαίτερα στην Αφρική. Η συγκεκριμένη δημοσίευση σχετίζεται με τα κουνούπια που μεταφέρουν την ελονοσία. Έχει παρατηρηθεί ότι σε πολλές περιοχές πληθυσμοί των κουνουπιών γίνονται ανθεκτικοί στα εντομοκτόνα, οπότε είναι πολύ πιο δύσκολο να καταπολεμηθούν. Αυτή ήταν η αφορμή και θέλουμε να καταλάβουμε ποιοι είναι οι μοριακοί μηχανισμοί που συμμετέχουν σε αυτή την ανθεκτικότητα και στην έκθεση να βρούμε τρόπους να την αντιμετωπίσουμε. Η δική μας μελέτη απέδειξε με γενετική μηχανική ότι όταν αυτοί οι μηχανισμοί συνυπάρχουν στο ίδιο κουνούπι, τα επίπεδα της ανθεκτικότητας γίνονται πολύ μεγαλύτερα. Εκεί είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε στο πεδίο, όταν πλέον τα κουνούπια γίνονται πάρα πολύ ανθεκτικά, τα εντομοκτόνα δεν δρουν όπως πρέπει».
Στην ερώτημα μας σχετικά με τις ουσίες που θα μπορούσαν να καταπολεμήσουν τα ένζυμα που κάνουν τα κουνούπια πιο ανθεκτικά η ερευνήτρια του Ινστιτούτου απάντησε:
«Στην ουσία αυτό είναι το επόμενο βήμα, γνωρίζοντας τους μηχανισμούς και γνωρίζοντας, για παράδειγμα, τη σημασία των ένζυμων αυτών, προσπαθούμε να βρούμε ουσίες που μπλοκάρουν τη δράση τους. Έτσι θα μπορούν να είναι ανενεργά και να αποκαθίσταται η ενεργότητα των εντομοκτόνων. Ήδη υπάρχουν τέτοιες ουσίες που χρησιμοποιούνται στο πεδίο, ακριβώς για αυτόν τον λόγο».
«Πρόκειται για μια πολύ σημαντική εργασία, που διαλευκαίνει τους σύνθετους μοριακούς μηχανισμούς της ανθεκτικότητας των κουνουπιών, η οποία συνεχίζει την παράδοση του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του ΙΤΕ στην έρευνα για τα έντομα υγειονομικής σημασίας και τις εντομομεταδιδόμενες ασθένειες» τόνισε ο Διευθυντής του ΙΜΒΒ Καθ. Γιάννης Βόντας στο επίσημο Δελτίο Τύπου του ΙΤΕ.
Το ΙΤΕ-ΙΜΒΒ έχει αναπτύξει διεθνείς συνεργασίες και εκπαιδεύει επιστήμονες από πολλές χώρες του κόσμου σε θέματα καταπολέμησης κουνουπιών. Πρωτοπορεί στην έρευνα για την ανάπτυξη μοριακών διαγνωστικών τεχνολογιών και αποτελεσματικών βιοεντομοκτόνων, για την αντιμετώπιση της ανθεκτικότητας και την αποτελεσματική καταπολέμηση των κουνουπιών, η οποία χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Gates Foundation.
Μπορείτε εδώ να δείτε όλη τη δημοσίευση: https://www.pnas.org/doi/10.1073/pnas.2604812123
ΠΗΓΗ:documento