Εφοπλιστές, βιομήχανοι, τραπεζίτες, όλο και πιο συχνά με παρεμβάσεις τους εκφράζουν τις απαιτήσεις τους και δίνουν «γραμμή» στην κυβέρνηση και τα άλλα αστικά κόμματα. Φτάνουν να λύνουν «δημοσίως» τις μεταξύ τους διαφορές, παρεμβαίνουν στις διεργασίες στο αστικό πολιτικό σύστημα και στην προσπάθεια να στοιχηθεί ο λαός πίσω από τα προτάγματά τους.
Είναι κι αυτά μερικά ενδεικτικά στοιχεία για το «σημείο βρασμού» στο οποίο έχουν φτάσει οι ανταγωνισμοί τους, για τα διλήμματα, τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα που φέρνει η όξυνση των αντιθέσεων, η κλιμάκωση του πολέμου μέσα στον οποίο η αστική τάξη δεν διστάζει να ρίξει τον λαό για τα δικά της συμφέροντα. Αλλά και για τη σημασία που δίνει το κεφάλαιο, μέσα σε αυτές τις συνθήκες, να κλείσουν γρήγορα οι «ρωγμές» της λαϊκής δυσαρέσκειας ενόψει των ακόμα πιο «δύσκολων» που έρχονται στην οικονομία.
«Πατήρ πάντων πόλεμος»
Οι ίδιοι οι καπιταλιστές ξεκινούν από τις «τεκτονικές πλάκες» που μετακινούν οι ανταγωνισμοί διεθνώς. Εκεί δηλαδή που βλέπουν «ευκαιρίες», ενώ οι λαοί βλέπουν μόνο πόλεμο και καταστροφή.
«Πατήρ πάντων πόλεμος», έλεγε χαρακτηριστικά τις προάλλες μιλώντας στο Συνέδριο του «Κύκλου Ιδεών» (του Ευ. Βενιζέλου) ο διευθύνων σύμβουλος της «Metlen» Ευ. Μυτιληναίος, προσθέτοντας πως «τώρα είμαστε εκεί» και πως «καλά τα οικονομικά, καλά τα ενεργειακά θέματα, αλλά εδώ τώρα τα γεωπολιτικά υπερισχύουν των πάντων».
Σχολιάζοντας μάλιστα τη συνάντηση Σι – Τραμπ, έλεγε πως η συνάντηση στο «background είχε πόλεμο» και «πίσω από το παραβάν υπήρχαν τα μοντέρνα οπλικά συστήματα», πως ήταν μια συνάντηση με φτωχά αποτελέσματα, που «δεν έλυσε το πρόβλημα στο Ιράν» και πως «αν καταπιάστηκαν με το πρόβλημα της Ουκρανίας μάλλον τα πράγματα είναι χειρότερα από τότε παρά καλύτερα».
Περιέγραψε μάλιστα με τα δικά του λόγια το ότι η εμπλοκή στον πόλεμο είναι τρόπος ύπαρξης για την αστική τάξη. Ετσι, μιλώντας για τις σπάνιες γαίες, και συγκεκριμένα για το γάλλιο που η εταιρεία του ξεκινάει να παράγει, τόνισε πως «εδώ αρχίζουν κάποια γεωπολιτικά παιχνίδια, δεν είναι ένα οποιοδήποτε προϊόν που το δίνω σε εσένα επειδή μου έδωσες 5 δεκάρες παραπάνω».
Με φόντο αυτές τις ανακατατάξεις, η αστική τάξη δίνει τις «μάχες» της αναβάθμισης και κερδοφορίας της, με τον Μυτιληναίο να λέει πως «πιστεύω ότι η Ελλάδα είναι αυτή τη στιγμή σε πραγματικό σταυροδρόμι αμυντικών, γεωπολιτικών αναταράξεων», απαιτώντας από τις αστικές πολιτικές δυνάμεις να αφήσουν κατά μέρος τις διαφορές για να διασφαλίσουν την πολιτική σταθερότητα που έχει ανάγκη το κεφάλαιο.
Ξεχωριστή πλευρά όλων των παρεμβάσεων επιχειρηματιών και αστικών επιτελείων είναι και το ότι η ΕΕ είναι ο «μεγάλος χαμένος» των ανακατατάξεων στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και της σύγκρουσης ΗΠΑ – Κίνας, όπως και ότι πρέπει να «κάνει περισσότερα» για τη στήριξη των επιχειρηματικών της ομίλων. Εδώ ξεχωρίζουν βέβαια το κόστος Ενέργειας σε συνθήκες όξυνσης των αντιθέσεων εντός του ευρωατλαντικού άξονα.
Ενδεικτικά εξάλλου των διλημμάτων και των απαιτήσεων ήταν και όσα έλεγε τις προάλλες από το «Φόρουμ των Δελφών» η Ράνια Αικατερινάρη, πρόεδρος Εκτελεστικής Επιτροπής και αντιπρόεδρος του ΣΕΒ, η οποία μιλούσε για «τη σύνθετη εξίσωση» που καλούνται να διαχειριστούν η ΕΕ και οι κυβερνήσεις. Δηλαδή, την κατανομή πόρων ανάμεσα στην «κοινωνική συνοχή» (για τη διασφάλιση της συναίνεσης των λαών), την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας (στην κούρσα με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα) και τις «αυξανόμενες ανάγκες για άμυνα και ασφάλεια» (τους εξοπλισμούς για ενεργότερη συμμετοχή στον πόλεμο για τη μοιρασιά της λείας), ιδιαίτερα ενόψει του νέου ευρωενωσιακού προϋπολογισμού. Με φόντο αυτά έλεγε π.χ. ότι η επιδότηση του κόστους της Ενέργειας δεν αρκεί, αλλά ότι χρειάζονται συνολικότερες αλλαγές στα δίκτυα, την αποθήκευση, τη δυνατότητα απευθείας παραγωγής από τις βιομηχανίες, το χωροταξικό κ.ο.κ.
Ενώ ο τραπεζίτης Μ. Σάλλας, πάλι στον «Κύκλο Ιδεών», αναδείκνυε και τις αντιπαραθέσεις εντός της ΕΕ, αλλά και την αποφασιστικότερη «διεκδίκηση» που απαιτείται μέσα σε αυτά τα πλαίσια. Εκανε λόγο για «μία ελίτ που είναι γύρω από το πολιτικό σύστημα και …δεν αφήνει την Ελλάδα να φύγει μπροστά». Θύμισε δε ότι «η Ελλάδα θα μπορούσε να ‘χει στον εσωτερικό χώρο της, στην εσωτερική της αγορά ολόκληρη τη βαλκανική συν 40 εκατομμύρια». Ομως ο ίδιος εντοπίζει ότι «κάνουμε ό,τι μπορούμε να το αποκλείσουμε», και ότι «γι’ αυτό στην περίοδο των μνημονίων ήταν βασική προσπάθεια της Ευρώπης να μας αποκλείσει από τη βαλκανική». Σχολιάζει επίσης ότι «εμείς το αποδεχτήκαμε (…) και ορισμένοι οι οποίοι προσπαθήσανε στο εξωτερικό να δράσουν και να διευρύνουν την Ελλάδα τιμωρήθηκαν».
Σημειωτέον, δεν είναι ο μόνος που «θυμάται» με το βλέμμα στο σήμερα.
Για παράδειγμα, αναδεικνύοντας τους προβληματισμούς που προκαλούν οι εξελίξεις και οι συσχετισμοί που αλλάζουν, αλλά και το παζάρι που τρέχει στο παρασκήνιο, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γ. Στουρνάρας, σε πρόσφατη συνέντευξή του στο «ΒΗΜΑ», έλεγε ότι σε Ουκρανία και Ιράν «απεδείχθη ότι οι ισχυροί δεν είναι τόσο ισχυροί όσο νόμιζαν». Εχει ενδιαφέρον η υπενθύμιση που κάνει, ότι «διαχρονικά η ευρωπαϊκή και η ρωσική οικονομία υπήρξαν συμπληρωματικές». Και συμπληρώνει ότι οι πιέσεις που δέχεται η οικονομία της ΕΕ από το ενεργειακό σοκ του πολέμου θα μετριάζονταν σε περίπτωση που «έρεαν ανεμπόδιστα τα ρωσικά ενεργειακά αγαθά στη Γηραιά Ηπειρο». Ταυτόχρονα, ο ίδιος υποστήριζε πως η Ευρώπη «επιβάλλεται να αξιολογήσει τα κινεζικά τεχνολογικά, παραγωγικά και ανταγωνιστικά επιτεύγματα» εξαίροντας τον κινεζικό καπιταλισμό.
Γκρίνιες και φαγωμάρες, αντιφάσεις και αδιέξοδα
Μια ακόμη πλευρά που αναδεικνύεται σε όλες τις τελευταίες παρεμβάσεις των αστικών επιτελείων είναι και το πώς μέσα στο παραπάνω πλαίσιο εντείνονται η φαγωμάρα και οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της αστικής τάξης και επιμέρους επιχειρηματικά συμφέροντα.
Ενδεικτική για παράδειγμα ήταν η παρέμβαση του εφοπλιστή και προέδρου της ΠΑΕ ΑΕΚ Ηλιόπουλου, κατά την απονομή του πρωταθλήματος την περασμένη Κυριακή, όπου τα έβαλε με το …σύστημα. Ξεχώρισε τους τραπεζίτες και συγκεκριμένα τις «συστημικές τράπεζες», κατηγορώντας τες για το ότι δεν δίνουν ρευστότητα σε «μεσαίες, μικρομεσαίες και μικρές» επιχειρήσεις. Με «πόνο» δε για τα λουκέτα σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και για το ξεσπίτωμα των χρεωμένων σε funds, ζήτησε «όχι μόνο μεγάλα deals», αλλά οι «κύριοι των τραπεζών» να «σκύψουν και σε αυτούς που έχουν ανάγκη»…
Μάλιστα, απαντώντας στις σχετικές «αιχμές» προς το μέρος του, ο όμιλος του έτερου εφοπλιστή Μαρινάκη «διερωτόταν» για το ποια είναι τα εργασιακά δικαιώματα στα πλοία του Ηλιόπουλου, ενώ αφήνονται διάφορα υπονοούμενα για τους λόγους που ο Ηλιόπουλος κατηγορεί τις τράπεζες.
Τα «μαχαίρια» βγαίνουν και ενόψει της λήξης του Ταμείου Ανάκαμψης, που στήριξε καθοριστικά την καπιταλιστική κερδοφορία τα προηγούμενα χρόνια, ενώ μπροστά βρίσκεται η συζήτηση για έναν νέο κύκλο δανεισμού της ΕΕ και το πώς θα μοιραστούν τα νέα πακέτα.
Αφορμή είναι η πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης να μεταφέρει περίπου 2 δισ. ευρώ στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, προκειμένου αυτά να μην «χαθούν» λόγω της λήξης του Ταμείου. Η κίνηση αυτή οδήγησε στην απένταξη μεγάλων ενεργειακών project, τουριστικών και εμπορικών έργων που είχαν σπεύσει να καταθέσουν επιχειρηματικοί όμιλοι ενόψει της πιθανής ανόδου των επιτοκίων (ενώ σύμφωνα με τις τράπεζες είχαν πάρει προέγκριση για αυτές).
Εκφράζοντας τη σχετική δυσαρέσκεια ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank, Φ. Καραβίας, έλεγε μέσα στην εβδομάδα πως το τελευταίο διάστημα ο συντονισμός μεταξύ πολιτείας – τραπεζών – επιχειρηματιών δεν ήταν ο καλύτερος δυνατός, ενώ ο πρ. πρόεδρος του ΣΕΤΕ, αντιπρόεδρος και CEO των «Electra Hotels», Γιάννης Ρέτσος έλεγε ότι «δεν υπάρχει ασφάλεια δικαίου όταν σχεδιάζεις επενδύσεις τριών δισεκατομμυρίων και τελευταία στιγμή τα λεφτά αυτά μεταφέρονται σε άλλους κωδικούς και οι επενδύσεις αυτές σήμερα είναι στον αέρα». Εκανε μάλιστα λόγο για «πολιτική (…) τεχνοκρατική ανικανότητα», για «μεγάλη διαφθορά ή διαπλοκή» και για «αγκυλώσεις».
Την ίδια ώρα τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τα «αιτήματα» δείχνει και η αποστροφή του – πάντα επικριτικού στην ΕΕ – Μυτιληναίου για το ότι «επιδοτούμε τις πράσινες τεχνολογίες σε τόσο στρεβλό βαθμό που φτάσαμε να πληρώνουμε 500 ευρώ τη μεγαβατώρα». Μάλιστα, κάνει λόγο και για τη «νέα γενιά κόκκινων δανείων» που κατά τον ίδιο έρχεται στις ΑΠΕ (ο όμιλός του έχει ένα από τα μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια), και για τις «εξαγωγές Ενέργειας» για τις οποίες πανηγυρίζει η κυβέρνηση, λέγοντας πως «όταν φτάσεις να κάνεις εξαγωγές έχει προηγηθεί εδώ μηδενική τιμή Ενέργειας. Μηδενική τιμή Ενέργειας σημαίνει ότι εσύ που έχεις κάνει την επένδυση δεν έχεις να πληρώσεις όχι το χρεολύσιο που έχεις πάρει, ούτε τους τόκους».
Γι’ αυτό και ο ίδιος προειδοποιεί ότι η επόμενη γενιά «κόκκινων» δανείων θα είναι αυτά που δόθηκαν για φωτοβολταϊκά, που είναι «πάρα πολλά δισεκατομμύρια». Οπως είπε, «σε λίγο θα δούμε το φαινόμενο πολλά από αυτά τα πάρκα να τα παίρνουν οι τράπεζες οι οποίες έχουνε δανείσει τις επιχειρήσεις για να κάνουν αυτά τα φωτοβολταϊκά και τα οποία όμως δεν βγάζουν τα λεφτά τους και σιγά-σιγά θα αρχίσουν να τα βγάζουν στους πλειστηριασμούς».
Την ίδια ώρα «λάβρος» κατά της λεγόμενης «απανθρακοποίησης» του στόλου ήταν ο εφοπλιστής Λασκαρίδης, ο οποίος στο 10ο Ναυτιλιακό Συνέδριο της «Ναυτεμπορικής» μέσα στην εβδομάδα μιλούσε για «αργόσχολους και αργόμισθους» που «έχουν πέσει σε μία μεγάλη παγίδα, στο σχέδιο του IMO» και που «ονειρεύτηκαν ότι θα διαχειριστούν δεκάδες ή εκατοντάδες δισεκατομμύρια που θα προκύψουν από αυτή τη διαδικασία. Αυτό ούτε στον ύπνο τους δεν θα συμβεί. Και το ξέρουμε και κανείς δεν πρόκειται να τους αφήσει», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ενώ δεν περνάει απαρατήρητη και η αποστροφή πως «η ναυτιλία δεν έχει πολιτική δύναμη και έχει πολλά χρήματα. Για αυτό έπεσαν πάνω της»…
Αν δει κανείς συνολικά τις παρεμβάσεις αυτές των καπιταλιστών, μπορεί να διακρίνει συμπτώσεις και αντιστοιχίες με θέσεις που ακούγονται και στο πλαίσιο των διεργασιών στο αστικό πολιτικό σύστημα. Οπως μπορεί να δει και την «κοινή συνισταμένη» των διεργασιών αυτών που είναι η ανάγκη για αντιλαϊκή σταθερότητα, αφού όπως έλεγε ο πρόεδρος του ΙΟΒΕ, Ν. Βέττας, «η χώρα χρειάζεται ένα σταθερό αναπτυξιακό σχέδιο που να μην επηρεάζεται από τις εκλογικές αναμετρήσεις». `Η με τα λόγια του Μυτιληναίου ότι «η πολιτική αστάθεια είναι πάρα πολύ μεγάλη πολυτέλεια (…) αν δεν υπάρξει αυτοδυναμία στις επερχόμενες εκλογές όλοι πρέπει να αφήσουν την τοξικότητα κατά μέρος, για να κάτσουν να δουν πως μπορεί η “διακυβερνησιμότητα” (…) να γίνει πραγματικότητα. Να κάτσουμε να το λύσουμε εμείς το πρόβλημα».
Η «ανάποδη» ανάγνωση για τους εργαζόμενους
Ακριβώς από την ανάποδη πρέπει να διαβάζουν οι εργαζόμενοι, ο λαός τις εκκλήσεις αυτές: Ως ανάγκη και δυνατότητα τα ζόρια του κεφαλαίου να γίνουν ακόμη μεγαλύτερα για να μπορέσουν να πάρουν ανάσα οι ίδιοι. Να μην επιτρέψουν η δυσαρέσκεια να μείνει εντός των τειχών του σάπιου συστήματος και να γίνει «μοχλός» αναμόρφωσης του πολιτικού συστήματος. Να μην γίνουν «ουρά» της αστικής τάξης και των διάφορων τμημάτων της, που λύνουν τις διαφορές τους, αλλά να περάσουν στην αντεπίθεση με τη σημαία των δικών τους συμφερόντων και αναγκών που δεν συναντιούνται πουθενά με τους καπιταλιστές σε ειρήνη και σε πόλεμο.
Να γίνει η δυσαρέσκεια οργάνωση και αποφασιστική δράση, με βάση την πραγματική διαχωριστική γραμμή που είναι «ή τα κέρδη τους ή η ζωή μας». Σημαδεύοντας τον πραγματικό ένοχο, το σύστημα του κέρδους, της εκμετάλλευσης και του πολέμου, το αστικό κράτος και τις συμμαχίες τους, να μετατραπεί σε συμπόρευση με το ΚΚΕ για να ανοίξει ο δρόμος της ανατροπής, για το πραγματικά νέο, τον σοσιαλισμό – κομμουνισμό.
(Αναδημοσιεύεται από τον «Ριζοσπάστη»)
