Η αναπαραγωγή των αδιεξόδων και των ταξικών διαχωρισμών του αστικού σχολείου στην Ελλάδα και διεθνώς διαφαίνεται τόσο από τα ευρήματα όσο και από τους στόχους της έρευνας PISA του ΟΟΣΑ για το 2025, που παρουσιάστηκε χτες.
Μάλιστα το υπουργείο Παιδείας φαίνεται να επέλεξε να αναβαθμίσει σε σχέση με προηγούμενες χρονιές τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων της PISA, εν μέσω «διαλόγου» για το «νέο Λύκειο» και το «εθνικό απολυτήριο» και καθώς επιχειρεί να προωθήσει μέτρα όπως το πολλαπλό βιβλίο, τα αναλυτικά προγράμματα, την «αξιολόγηση».
«Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι παρεμβάσεις που έχουν γίνει έχουν αρχίσει και αποδίδουν» είπε χτες η υπουργός Παιδείας, αποτιμώντας θετικά τις συγκλίσεις με τις… χαμηλές επιδόσεις άλλων χωρών, προσθέτοντας πως «έχουμε δρόμο μπροστά μας». Στάθηκε ιδιαίτερα στο περιεχόμενο του σχολείου, παίρνοντας αφορμή από τα πορίσματα να μιλήσει για «προσαρμοστικότητα μιας στέρεας γνώσης» και να αναφερθεί στα 51 νέα επικαιροποιημένα προγράμματα σπουδών και εκπαιδευτικού υλικού που θα εφαρμοστούν από το 2027-’28. Εξήγγειλε παράλληλα εισαγωγή στην τράπεζα θεμάτων του Λυκείου, νέων θεμάτων «στη λογική PISA», σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς αξιοποιείται ο διαγωνισμός ενάντια σε δίκαιες και παιδαγωγικά τεκμηριωμένες απαιτήσεις, όπως είναι η ανάγκη για κατάργηση της τράπεζας θεμάτων.
Τα ευρήματα της έρευνας
Στην έρευνα PISA 2025 που παρουσιάστηκε χτες στο υπουργείο Παιδείας, συμμετείχαν 765.000 μαθητές και μαθήτριες από 91 χώρες που αξιολογήθηκαν στις Φυσικές Επιστήμες, στην Κατανόηση Κειμένου, στα Μαθηματικά και για πρώτη φορά στην Επίλυση Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα. Στην Ελλάδα συμμετείχαν 6.858 μαθητές και μαθήτριες από 229 σχολεία.
Η γενική τάση της πλειονότητας των χωρών ήταν να παρουσιάσουν πτώση κυρίως στην Κατανόηση Κειμένου (-16 μονάδες), στα Μαθηματικά (-11 μονάδες) και σχετική σταθερότητα στις Φυσικές Επιστήμες (-5 μονάδες). Οι επιδόσεις των μαθητών/τριών στην Ελλάδα σε σχέση με το 2022 σημείωσαν μεγαλύτερη πτώση στην Κατανόηση Κειμένου (-16) και μικρότερη στα Μαθηματικά και Φυσικές Επιστήμες (-6 και -7 αντίστοιχα). Το ποσοστό των μαθητών χωρίς βασικό επίπεδο λειτουργικού εγγραμματισμού παραμένει υψηλό με 40,9% στις Φυσικές Επιστήμες, 43,8% στην Κατανόηση Κειμένου και 49,5% στα Μαθηματικά.
Με έναν τρόπο στα παραπάνω αποτυπώνεται το ότι ο τελειόφοιτος του Δημοτικού και Γυμνασίου των δεξιοτήτων, πριν μπει στο Λύκειο της παπαγαλίας (σε ό,τι αφορά την Ελλάδα), δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τα όσα έχει μάθει στο σχολείο για να λειτουργήσει έξω από αυτό. Πρόκειται για το πρόβλημα – «σήμα κατατεθέν» του αστικού σχολείου, με τις αιτίες να βρίσκονται στη λειτουργία του, στις αποσπασματικές και ασύνδετες μεταξύ τους και με την πραγματικότητα γνώσεις, στο ότι δεν είναι φτιαγμένο για να καλλιεργεί αρμονικά τις επιστήμες και τη συνείδηση του μαθητή.
Και ο ΟΟΣΑ βλέπει επίδραση του κοινωνικοοικονομικού υπόβαθρου των μαθητών και σχολείων στις επιδόσεις. Στην Ελλάδα οι διαφορές διατηρούνται μικρότερες σε σχέση με χώρες όπου έχουν προχωρήσει μέτρα αυτονομίας των σχολείων και ξεκάθαρης ταξικής διαφοροποίησής τους. Σημειώνεται ότι – σε μία επίδειξη επίγνωσης της ταξικής πολιτικής που ανακυκλώνεται και αποκλείει – με τους όρους «ανθεκτικοί μαθητές» και «ανθεκτικά σχολεία» αποτυπώνονται όσοι δεν προέρχονται από οικονομικά προνομιούχες οικογένειες και περιοχές και παρουσιάζουν καλές επιδόσεις. Σαν εξαίρεση στον κανόνα…
ΠΗΓΗ:imerodromos