Οι δημοσκοπήσεις είναι το πιο εκλεπτυσμένο υπνωτικό της πολιτικής. Δεν αναδεικνύουν ηγέτες και αυτό γιατί κατασκευάζουν βεβαιότητες. Δεν γεννούν πολιτική, αλλά γεννούν αυταρέσκεια. Και η αυταρέσκεια είναι ο πιο σύντομος δρόμος προς την πολιτική ατροφία. Όποιος αρχίζει να ερωτοτροπεί με τα ποσοστά του, στο τέλος παύει να συνομιλεί με την κοινωνία γιατί μάλλον συνυνομιλεί με τον καθρέφτη του.
Αυτό ακριβώς μοιάζει να συμβαίνει σήμερα με τον Αλέξη Τσίπρα. Αντί η δημοσκοπική του υπεροχή να λειτουργεί ως αφετηρία μιας μεγάλης πολιτικής αντεπίθεσης απέναντι στο κυρίαρχο μοντέλο εξουσίας, καταλήγει να λειτουργεί ως αναπαυτική πολυθρόνα. Αντί για πολιτική σύγκρουση, βλέπουμε τεχνικές προσαρμογές. Αντί για ιδεολογική καθαρότητα, λογιστικές ισορροπίες. Αντί για όραμα, διορθωτικές τεχνοκρατικές παρεμβάσεις που επιχειρούν να πείσουν ότι η διαχείριση μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική.
Μόνο που η πολιτική δεν είναι λογιστήριο αλλά σύγκρουση συμφερόντων, ταξικών επιδιώξεων, οικονομικών εξουσιών και κοινωνικών αναγκών. Κι όποιος πιστεύει ότι θα μετακινήσει αυτό το οικοδόμημα με ήπιες διορθώσεις και ευγενικές διατυπώσεις, απλώς αποδέχεται τους κανόνες του παιχνιδιού πριν ακόμη καθίσει στο τραπέζι.
Το σύστημα, άλλωστε, δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι η οργανωμένη διαπλοκή οικονομικής ισχύος, θεσμικών μηχανισμών, μιντιακής επιρροής και πολιτικής εξάρτησης. Διαμορφώνει ανάγκες, παράγει συναίνεση, καθορίζει όρια και τελικά υπαγορεύει τους όρους μέσα στους οποίους κινείται κάθε κυβέρνηση. Δεν αλλάζει επειδή αλλάζει ο διαχειριστής του. Αντίθετα, φροντίζει να προσαρμόζει τον διαχειριστή στις δικές του ανάγκες.
Εκεί βρίσκεται η μεγάλη σιωπή. Πού βρίσκεται η πολιτική τομή; Πού βρίσκεται η σύγκρουση με τις δομές που παράγουν ανισότητες, συγκεντρώνουν πλούτο και αναπαράγουν εξαρτήσεις; Πού βρίσκεται η πρόταση που να υπερβαίνει τη διαχειριστική μετριοπάθεια; Που βρίσκεται λοιπόν όλη αυτή η νεροποντή της ανατροπής; Μέχρι στιγμής ακούγονται περισσότερο καθησυχασμοί προς τα κέντρα ισχύος παρά προσκλητήρια προς την κοινωνία.
Και ενώ η δημόσια εικόνα χτίζεται με ακριβές καμπάνιες, ψηφιακές παραγωγές, περιοδείες και μια εντυπωσιακή επικοινωνιακή κινητικότητα, ακούγεται ένα ερώτημα που δεν μπορεί να προσπεραστεί με ειρωνικά χαμόγελα ή με κομματικές υπεκφυγές.
Ποιος χρηματοδοτεί αυτή τη μεγάλη πολιτική εκστρατεία;
Πρόκειται για χρήματα που προέρχονται αποκλειστικά από τις προβλεπόμενες διαδικασίες; Υπάρχουν ιδιωτικές ενισχύσεις; Ποιο είναι το πραγματικό κόστος αυτής της διαρκούς παρουσίας; Ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;
Δεν είναι ερώτημα καφενείου. Δεν είναι θεωρία συνωμοσίας. Είναι ζήτημα δημοκρατικής λογοδοσίας. Και αφορά τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα.
Η διαφάνεια δεν είναι επικοινωνιακό αξεσουάρ που φοριέται όταν συμφέρει. Είναι δημοκρατική υποχρέωση. Όποιος ζητά να κυβερνήσει, οφείλει πρώτος να ανοίγει τα βιβλία του στην κοινωνία. Όχι όταν πιέζεται. Πριν πιεστεί.
Θα δοθούν απαντήσεις; Ή θα παρακολουθήσουμε ακόμη μία παράσταση κομματικών εκπροσώπων που θα προσπαθούν να πνίξουν τα ερωτήματα μέσα στους αφρούς του δικού τους λόγου; Η ελληνική πολιτική έχει κουραστεί από ανθρώπους που μιλούν ασταμάτητα χωρίς να λένε τίποτε. Από επαγγελματίες της φλυαρίας που συγχέουν την ποσότητα του λόγου με την ποιότητα της αλήθειας. Από ρήτορες της πετρωτής σιωπής.
Το πρόβλημα, όμως, είναι βαθύτερο από ένα οικονομικό ερώτημα. Αγγίζει την ίδια τη φυσιογνωμία των κομμάτων.
Υπάρχουν ακόμη κόμματα ή υπάρχουν πολιτικές εταιρείες διαχείρισης εικόνας; Υπάρχουν συλλογικά όργανα ή επικοινωνιακά επιτελεία; Υπάρχουν ενεργοί πολίτες ή απλώς θεατές που καλούνται κάθε τέσσερα χρόνια να επικυρώσουν αποφάσεις τις οποίες άλλοι έχουν ήδη λάβει;
Όταν το κόμμα αποκόπτεται από την κοινωνία, μετατρέπεται σε άδειο περίβλημα. Ένα κέλυφος χωρίς σάρκα, χωρίς νεύρα, χωρίς παλμό. Έναν μηχανισμό που αναπαράγει τον εαυτό του, αλλά αδυνατεί να εκφράσει εκείνους στο όνομα των οποίων υποτίθεται ότι υπάρχει.
Οι δημοσκοπήσεις, όσο κολακευτικές κι αν είναι, δεν αποτελούν πολιτική νομιμοποίηση. Είναι στιγμιότυπα. Είναι φωτογραφίες μιας ρευστής στιγμής. Η κοινωνία, όμως, δεν κατοικεί στις μετρήσεις. Κατοικεί στην καθημερινότητα, στην ανασφάλεια, στην ακρίβεια, στη φτωχοποίηση, στην αγωνία των νέων που μεταναστεύουν και των ηλικιωμένων που μετρούν το πορτοφόλι τους πριν μπουν στο φαρμακείο.
Εκεί κρίνεται η πολιτική. Όχι στις οθόνες των εταιρειών δημοσκοπήσεων.
Αν, λοιπόν, ο Αλέξης Τσίπρας φιλοδοξεί να εμφανιστεί ως ο εκφραστής μιας νέας πολιτικής πλειοψηφίας, δεν αρκεί να περιμένει τις μετρήσεις να επιβεβαιώνουν τις προσδοκίες του. Οφείλει να συγκρουστεί με τις βεβαιότητες του ίδιου του συστήματος, να παρουσιάσει ένα σχέδιο που να υπερβαίνει τη διαχείριση και να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές στα ερωτήματα που εγείρονται για τη χρηματοδότηση της πολιτικής του δραστηριότητας.
Διαφορετικά, θα επιβεβαιωθεί μια παλιά πολιτική αλήθεια: οι δημοσκοπήσεις μπορεί να χαρίζουν στεφάνια, αλλά η Ιστορία δεν χαρίζει άφεση. Και όταν οι τεχνητές δάφνες ξεραθούν, μένει μόνο η γύμνια της πολιτικής αδυναμίας. Τα ύπατα πολιτικά ψέματα και η πανουργία της κυριαρχίας αποκαλύπτονται πάντα.
Ο Απόστολος Αποστόλου είναι Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας.
ΠΗΓΗ:documento