Η διαχείριση του νερού ως άσκηση δημοκρατίας

aggelioforos

Η εξέγερση της Κοτσαμπάμπα  επηρέασε καθοριστικά τη συζήτηση γύρω από τη δημόσια διαχείριση του νερού.

Το 2010, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αναγνώρισε επίσημα την πρόσβαση στο νερό ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Η απόφαση αυτή δεν ήταν μια αφηρημένη διακήρυξη αρχών. Ήταν αποτέλεσμα δεκαετιών κοινωνικών αγώνων και, κυρίως, της εμβληματικής εξέγερσης που συγκλόνισε την πόλη Κοτσαμπάμπα της Βολιβίας τον Απρίλιο του 2000. Η Κοτσαμπάμπα, η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Βολιβίας, βρίσκεται στο κέντρο της χώρας και αριθμεί σήμερα περισσότερους από 600.000 κατοίκους. Παρά το εύφορο περιβάλλον της, η πρόσβαση στο νερό υπήρξε διαχρονικά άνιση και προβληματική. Το 1997, η Παγκόσμια Τράπεζα χρησιμοποίησε τον δανεισμό ως μοχλό πίεσης, επιβάλλοντας στη Βολιβία την ιδιωτικοποίηση του συστήματος ύδρευσης ως προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση του εκσυγχρονισμού των δικτύων. Πίσω από τη ρητορική της «μεταρρύθμισης» και της «αποτελεσματικότητας» κρυβόταν η επιβολή ενός νεοφιλελεύθερου μοντέλου που παρέδιδε ένα θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό στα συμφέροντα των πολυεθνικών. Δύο χρόνια αργότερα, χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με την τοπική κοινωνία, η κυβέρνηση παραχώρησε το σύστημα ύδρευσης της Κοτσαμπάμπα σε κοινοπραξία με επικεφαλής την αμερικανική πολυεθνική Bechtel.  

Οι συνέπειες ήταν άμεσες. Τα τιμολόγια αυξήθηκαν δραματικά, φτάνοντας για πολλές οικογένειες να απορροφούν σημαντικό μέρος του μηνιαίου εισοδήματός τους. Η κοινωνική αντίδραση υπήρξε πρωτοφανής. Εργάτες, αγρότες, φοιτητές, αυτόχθονες πληθυσμοί και κάτοικοι της πόλης δημιούργησαν έναν πλατύ κοινωνικό συνασπισμό, απαιτώντας την ακύρωση της ιδιωτικοποίησης. Η κυβέρνηση απάντησε με κατάσταση πολιορκίας και βίαιη καταστολή, που κόστισε τη ζωή στον 17χρονο Βίκτορ Ούγκο Ντάζα. Παρά τη βία, η κοινωνία νίκησε. Η Bechtel αποχώρησε και ο «Πόλεμος του Νερού» πέρασε στην ιστορία ως μια από τις σημαντικότερες νίκες απέναντι στην εμπορευματοποίηση ενός δημόσιου αγαθού.

Η σημασία της Κοτσαμπάμπα ξεπέρασε τα σύνορα της Βολιβίας. Αναδείχθηκε σε παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης απέναντι στην ιδιωτικοποίηση των κοινών αγαθών, προσελκύοντας το ενδιαφέρον διεθνών μέσων ενημέρωσης, όπως οι New York Times, ο Guardian και το The New Yorker, αλλά και πλήθους ερευνητών, ντοκιμαντεριστών και ακαδημαϊκών. Η ιστορία της ενέπνευσε επίσης την πολυβραβευμένη ταινία Even the Rain (También la lluvia, 2010), η οποία γυρίστηκε στους δρόμους της Κοτσαμπάμπα και συνέδεσε τον σύγχρονο αγώνα για το νερό με τη μακραίωνη ιστορία της αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης της Λατινικής Αμερικής. 

Η εξέγερση της Κοτσαμπάμπα  επηρέασε καθοριστικά τη συζήτηση γύρω από τη δημόσια διαχείριση του νερού. Δεν είναι τυχαίο ότι τις επόμενες δύο δεκαετίες δεκάδες πόλεις σε όλο τον κόσμο ακολούθησαν τον αντίθετο δρόμο από εκείνον των ιδιωτικοποιήσεων. Στην Ευρώπη, οι επαναδημοτικοποιήσεις του νερού αποτέλεσαν μία από τις σημαντικότερες πολιτικές εξελίξεις στη διαχείριση των δημόσιων υπηρεσιών. Το Παρίσι, το 2010, επανέφερε την ύδρευση σε δημόσιο έλεγχο, πετυχαίνοντας χαμηλότερο κόστος, μεγαλύτερη διαφάνεια και σημαντικές επενδύσεις στο δίκτυο. Αντίστοιχες επιλογές ακολούθησαν το Βερολίνο, η Γκρενόμπλ, η Νίκαια και δεκάδες ακόμη ευρωπαϊκές πόλεις, αναγνωρίζοντας ότι το νερό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πεδίο κερδοφορίας αλλά ως κοινωνικό αγαθό που απαιτεί δημοκρατικό έλεγχο και λογοδοσία.

Σήμερα, η εμπειρία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για την Ελλάδα. Το κυβερνητικό σχέδιο για τη διαχείριση του νερού δεν προωθεί μια τυπική ιδιωτικοποίηση. Δημιουργεί όμως όλες τις προϋποθέσεις για μια σταδιακή εταιρικοποίηση της διαχείρισής του. Η μεταφορά αρμοδιοτήτων, δικτύων, υποδομών και περιουσιακών στοιχείων από τις δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης, τους οργανισμούς εγγείων βελτιώσεων και την τοπική αυτοδιοίκηση προς τις δύο εισηγμένες εταιρείες, την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ, απομακρύνει το νερό από τον άμεσο κοινωνικό και αυτοδιοικητικό έλεγχο.

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η τυπική ιδιοκτησία των υποδομών, αλλά ποιος αποφασίζει για τις επενδύσεις, τις προτεραιότητες, την τιμολόγηση και τη λειτουργία των δικτύων. Όταν οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται με βάση την εταιρική αποδοτικότητα, την ανταποδοτικότητα και την αξία για τους μετόχους, το νερό παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό δικαίωμα και μετατρέπεται σε οικονομικό αγαθό.

Η εμπειρία της Κοτσαμπάμπα υπενθυμίζει ότι η ιδιωτικοποίηση του νερού δεν ξεκινά απαραίτητα με την πώληση των δικτύων. Ξεκινά με τη συγκέντρωση της διαχείρισης, την απομάκρυνση των αποφάσεων από τις τοπικές κοινωνίες, τη μεταφορά της τιμολογιακής πολιτικής σε ανεξάρτητες αρχές και την υπαγωγή ενός φυσικού μονοπωλίου στη λογική της αγοράς. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι αυτά είναι τα πρώτα βήματα μιας διαδικασίας που δύσκολα αναστρέφεται.

Η ιστορία της Κοτσαμπάμπα διδάσκει επίσης κάτι ακόμη: η υπεράσπιση του νερού δεν αφορά μόνο τις τιμές ή τη διαχείριση ενός δικτύου. Αφορά τη δημοκρατία, τη συμμετοχή των πολιτών και το δικαίωμα των τοπικών κοινωνιών να αποφασίζουν για έναν ζωτικό φυσικό πόρο. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και αυξανόμενης λειψυδρίας, το βασικό διακύβευμα δεν είναι ποιος θα διαχειρίζεται πιο αποτελεσματικά το νερό ως οικονομικό πόρο, αλλά πώς θα διασφαλιστεί ότι θα παραμείνει δημόσιο, κοινωνικό αγαθό, με καθολική πρόσβαση, διαφάνεια και ουσιαστικό δημόσιο και αυτοδιοικητικό έλεγχο. 

ΠΗΓΗ:documento

Share This Article