Κυπριακό: Νέα κινητικότητα, παλιές διαφωνίες

aggelioforos

Η σημερινή επίσκεψη του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες στην Κύπρο, η συνάντηση του Νίκου Χριστοδουλίδη με τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην Αθήνα, οι επαφές της ειδικής απεσταλμένης του ΟΗΕ Μαρία-Άνχελα Ολγκίν στην Άγκυρα και στις Βρυξέλλες, αλλά και η ενεργότερη εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνθέτουν ένα νέο διπλωματικό σκηνικό.

Το πρώτο και σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι το Κυπριακό επιστρέφει στην ατζέντα της διεθνούς διπλωματίας. Δεν είναι, όμως, καθόλου βέβαιο ότι η επιστροφή αυτή θα οδηγήσει και σε ουσιαστική πρόοδο. Η επίσκεψη Γκουτέρες στην Κύπρο αναμένεται να αποτελέσει έναν πρώτο σταθμό. Το πιθανότερο είναι ότι ο γενικός γραμματέας θα επιχειρήσει να δρομολογήσει την άτυπη πενταμερή διάσκεψη, η οποία θεωρείται απαραίτητο βήμα προκειμένου να υπάρξει στη συνέχεια επιστροφή σε κανονικές διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, ακόμη και η σύγκληση της πενταμερούς δεν σημαίνει αυτομάτως ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται κοντά σε συμφωνία.

Η Τουρκία εξακολουθεί να προβάλλει ως «ρεαλιστική λύση» τη συνύπαρξη δύο κρατών στο νησί, όπως επανέλαβε ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν στη συνάντησή του με την κ. Ολγκίν. Η θέση αυτή βρίσκεται σε ευθεία απόσταση από τη διακηρυγμένη γραμμή της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία επιμένει σε λύση διζωνικής και δικοινοτικής ομοσπονδίας, στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Αυτή η θεμελιώδης διαφορά παραμένει το μεγαλύτερο εμπόδιο. Η Λευκωσία και η Αθήνα καλούνται, επομένως, να διαχειριστούν μια σύνθετη πραγματικότητα: από τη μία πλευρά επιθυμούν την επανέναρξη της διαδικασίας, από την άλλη γνωρίζουν ότι η επανεκκίνηση των συνομιλιών μπορεί να φέρει στο τραπέζι προτάσεις που υπερβαίνουν ή αγγίζουν τα όρια του συμφωνημένου πλαισίου.

Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το ζήτημα της λεγόμενης «πολιτικής ισότητας», την οποία η Άγκυρα συνδέει με μια αντίληψη συνομοσπονδιακού χαρακτήρα. Για την ελληνοκυπριακή πλευρά, οποιαδήποτε συζήτηση που θα οδηγούσε ουσιαστικά σε λύση δύο κρατών αποτελεί κόκκινη γραμμή. Έτσι, η πρόκληση για τον Νίκο Χριστοδουλίδη δεν είναι απλώς να επανεκκινήσει τη διαδικασία. Είναι να την επανεκκινήσει χωρίς να δημιουργήσει δυναμική που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό μοντέλο λύσης από εκείνο που έχει συμφωνηθεί στο πλαίσιο του ΟΗΕ.

Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η στάση της Αθήνας. Η συνάντηση Μητσοτάκη-Χριστοδουλίδη δεν αφορά μόνο στον συντονισμό των δύο κυβερνήσεων ενόψει της επίσκεψης Γκουτέρες. Αφορά και στην προσπάθεια διαμόρφωσης κοινής γραμμής απέναντι σε μια διαδικασία που ενδέχεται να αποκτήσει μεγαλύτερη ταχύτητα τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, όμως, εμφανίζεται ένας νέος και ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας: η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στις Βρυξέλλες εξετάζεται η δυνατότητα σύνδεσης της πορείας του Κυπριακού με τις ευρωτουρκικές σχέσεις, με επίκεντρο ζητήματα όπως η αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης Τουρκίας-Ε.Ε. Η πιο ενεργός παρουσία της Κομισιόν, η στήριξη της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στις προσπάθειες επανέναρξης της διαδικασίας και ο διορισμός του Ραφαέλε Φίτο ως ειδικού απεσταλμένου της Ε.Ε. δείχνουν ότι οι Βρυξέλλες θέλουν να έχουν πιο ενεργό ρόλο.

Αυτό μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία, αλλά και πηγή κινδύνων για τη Λευκωσία. Η σύνδεση του Κυπριακού με τα ευρωτουρκικά μπορεί να προσφέρει στην Κυπριακή Δημοκρατία ένα σημαντικό διαπραγματευτικό εργαλείο. Η Τουρκία έχει ευρωπαϊκές επιδιώξεις και η Ε.Ε. διαθέτει μέσα επιρροής. Το ερώτημα είναι αν αυτά τα δύο ζητήματα μπορούν να συνδεθούν με τρόπο που να λειτουργεί προς όφελος της επίλυσης του Κυπριακού. Ο κίνδυνος που αναγνωρίζεται στη Λευκωσία είναι προφανής: να προχωρήσει η Τουρκία σε σημαντικά βήματα στις σχέσεις της με την Ε.Ε., χωρίς αντίστοιχη πρόοδο στο Κυπριακό, σε περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν.

Γι’ αυτό και η Αθήνα και η Λευκωσία εμφανίζονται καταρχήν θετικές στη συζήτηση της σύνδεσης των δύο φακέλων, αλλά με σαφείς όρους και προϋποθέσεις. Η επόμενη περίοδος, επομένως, θα είναι μια περίοδος έντονης διπλωματικής διαπραγμάτευσης. Ο κ. Γκουτέρες θέλει να αφήσει ως πολιτική παρακαταθήκη την επανεκκίνηση μιας διαδικασίας που παραμένει παγωμένη. Η Ε.Ε. επιδιώκει να αξιοποιήσει το Κυπριακό στο ευρύτερο πλαίσιο των σχέσεών της με την Τουρκία. Η Αθήνα και η Λευκωσία θέλουν να διασφαλίσουν ότι οποιαδήποτε κινητικότητα θα παραμείνει εντός του πλαισίου της διζωνικής και δικοινοτικής ομοσπονδίας. Και η Άγκυρα επιχειρεί να προωθήσει μια διαφορετική αντίληψη για το τελικό μοντέλο λύσης.

Αυτό σημαίνει ότι η άτυπη πενταμερής, εφόσον τελικά συγκληθεί, θα έχει ιδιαίτερη σημασία. Όχι επειδή θα λύσει το Κυπριακό, αλλά επειδή θα δείξει αν υπάρχει πραγματικό κοινό έδαφος για την επανέναρξη των συνομιλιών. Το πιθανότερο είναι ότι η διαδικασία, ακόμη και αν ξεκινήσει, θα είναι μακρά. Η θητεία του Αντόνιο Γκουτέρες ολοκληρώνεται στο τέλος του έτους και, ακόμη και στο αισιόδοξο σενάριο μιας επιτυχούς πενταμερούς, είναι δύσκολο να υπάρξει συνολική λύση σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Το πραγματικό διακύβευμα, επομένως, είναι μικρότερο και ταυτόχρονα σημαντικότερο: αν μπορεί να δημιουργηθεί ξανά ένας αξιόπιστος μηχανισμός διαπραγμάτευσης. Το Κυπριακό βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια νέα ευκαιρία, αλλά όχι ακόμη μπροστά σε μια λύση. Η αυξημένη κινητικότητα είναι θετική από μόνη της, όμως η απόσταση ανάμεσα στις θέσεις των δύο πλευρών παραμένει μεγάλη.Τ ο κρίσιμο τους επόμενους μήνες θα είναι αν η διπλωματική κινητικότητα μπορεί να μετατραπεί σε ουσιαστικό διάλογο, χωρίς να διαρραγεί το πλαίσιο του ΟΗΕ και χωρίς η ευρωπαϊκή διάσταση να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της ίδιας της διαπραγμάτευσης.

Η Κύπρος βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο. Αυτή τη φορά, όμως, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να ξαναρχίσει η συζήτηση. Είναι να διαπιστωθεί αν υπάρχει πραγματική βούληση και από τις δύο πλευρές να αναζητήσουν μια λύση που θα μπορεί να γίνει αποδεκτή και από τις δύο κοινότητες. Και, μέχρι στιγμής, αυτό παραμένει το μεγάλο ερωτηματικό.

Share This Article