Κατάρρευση 13,8% του ζωικού κεφαλαίου κατέγραψε η ΕΛΣΤΑΤ το 2025 αποκαλύπτοντας καρτελοποίηση της παραγωγής που ενισχύει τις αυξήσεις των τιμών.
Ηταν αναπόδραστο. Oπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2025 το ζωικό κεφάλαιο στη χώρα μας μειώθηκε κατά το θηριώδες 13,8%. Από τη μία η καταστροφική πλημμύρα Daniel που έπληξε τον Θεσσαλικό Κάμπο το 2023. Από την άλλη οι φωτιές που έσβηναν στη θάλασσα. Ολες αυτές οι λαίλαπες είχαν τη σφραγίδα του Κυριάκου Μητσοτάκη, που δεν έστερξε μετά το 2020 και την εξίσου καταστροφική πλημμύρα Ιανός να υπερασπιστεί την ελληνική ύπαιθρο με αντιπλημμυρικά έργα, αφού κατά το κυβερνητικό αφήγημα τέτοιες καταστροφές συμβαίνουν κάθε 100 χρόνια! Από την άλλη αρνιόταν πεισματικά να προσλάβει εποχικούς πυροσβέστες (υπάρχουν κενά 4.500 σε προσωπικό, ενώ η μέση ηλικία των υπηρετούντων στο Πυροσβεστικό Σώμα είναι τα 45 έτη). Οσο για τα πυροσβεστικά μέσα; Την τελευταία πενταετία διατέθηκαν σε ενοικιάσεις ακατάλληλων πυροσβεστικών μέσων περισσότερα από 500 εκατ. ευρώ. Το αποτέλεσμα ήταν τραγικό. Οι φωτιές έσβηναν στη θάλασσα, με τα συστημικά ΜΜΕ να συσκοτίζουν το μέγεθος της καταστροφής.
Σε όλα αυτά προστέθηκε η ευλογιά. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και της Εθνικής Επιστημονικής Επιτροπής (για την περίοδο από τον Αύγουστο του 2024 έως τα μέσα του 2026), ο συνολικός αριθμός των αιγοπροβάτων που έχουν θανατωθεί στη χώρα στο πλαίσιο των μέτρων εκρίζωσης της νόσου ξεπερνά τις 488.000 (συγκεκριμένα ανέρχονται σε 488.754 ζώα). Είναι άλλη μία εγκληματική κυβερνητική επιλογή. Αντί να εμβολιαστούν τα ζώα που νοσούσαν, όπως πρότειναν τα ευρωπαϊκά όργανα, η κυβέρνηση επέλεξε τον δρόμο της θανάτωσης. Το έγκλημα υπέρ των μεγάλων είχε συντελεστεί.
Από την άλλη, λειτουργώντας ως ο μπάτλερ του καρτέλ του φυσικού αερίου στο κόστος ρεύματος, ο Κυρ. Μητσοτάκης αύξησε σε δυσθεώρητα μεγέθη το αγροτικό ρεύμα. Οι αγρότες είχαν βέβαια να αντιμετωπίσουν και τη ραγδαία αύξηση της τιμής των ζωοτροφών και των λιπασμάτων. Ολα αυτά έχουν φέρει την ελληνική οικονομία αντιμέτωπη με μια δομική, βίαιη και αναπότρεπτη παραγωγική αποδιάρθρωση. Τα θύματα είναι οι μικροί και μεσαίοι Ελληνες παραγωγοί.
Τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 αποτυπώνουν μια ιστορικών διαστάσεων κατάρρευση του ζωικού κεφαλαίου στη χώρα, συνιστώντας την αδιαμφισβήτητη ληξιαρχική πράξη θανάτου της ελληνικής παραδοσιακής κτηνοτροφίας.
Η εικόνα που αναδύεται από τα στατιστικά δεδομένα δεν αφορά μια παροδική, κυκλική υποχώρηση της παραγωγής, αλλά μια βαθιά, συστημική κρίση που αναμορφώνει βίαια τον κοινωνικοοικονομικό ιστό της ελληνικής υπαίθρου. Παρακολουθούμε τη μεγαλύτερη ετήσια συρρίκνωση του εγχώριου ζωικού κεφαλαίου των τελευταίων ετών. Το γεγονός αυτό, μακριά από το να αποτελεί «τυχαίο» αποτέλεσμα διεθνών συγκυριών, είναι το άμεσο προϊόν μιας συγκεκριμένης κυβερνητικής στρατηγικής που ανέχεται την αισχροκέρδεια στα κόστη παραγωγής, καθυστερεί τις αποζημιώσεις και αδιαφορεί επιδεικτικά για τη διατήρηση της παραγωγικής βάσης της χώρας, ευνοώντας τη συγκέντρωση του πλούτου σε ελάχιστα μεγάλα επιχειρηματικά σχήματα.
Ακτινογραφία της πτώσης
Η ποσοτική διάσταση της καταστροφής, όπως αυτή καταγράφεται από την ΕΛΣΤΑΤ για το έτος 2025, προκαλεί ίλιγγο. Η συνολική μείωση των ζωικών μονάδων στη χώρα αγγίζει το πρωτοφανές 13,8% μέσα σε μόλις ένα έτος. Πρόκειται για καθολική υποχώρηση, η οποία πλήττει οριζόντια όλους τους επιμέρους κλάδους της κτηνοτροφίας, κυρίως την αιγοπροβατοτροφία, που αποτελεί παραδοσιακά τη ναυαρχίδα του πρωτογενούς τομέα για την ελληνική περιφέρεια.
Η μείωση κατά 17,2% στο ζωικό κεφάλαιο των προβάτων και κατά 12,8% στα βοοειδή συνιστά άμεση απειλή για την επισιτιστική επάρκεια της χώρας. Οταν μια οικονομία χάνει σχεδόν το ένα πέμπτο των προβάτων της μέσα σε δώδεκα μήνες, δεν μιλάμε για «διακυμάνσεις της αγοράς», αλλά για καταστροφή σε εξέλιξη. Οι αριθμοί αυτοί αποδεικνύουν ότι οι κτηνοτρόφοι οδηγήθηκαν στη σφαγή των ζώων αναπαραγωγής ή στην πλήρη εγκατάλειψη των μονάδων τους, αδυνατώντας να αντεπεξέλθουν στις βασικές ανάγκες συντήρησης του κεφαλαίου τους.
Η βίαιη συγκέντρωση
Το πλέον ανησυχητικό και δομικό εύρημα της έκθεσης της ΕΛΣΤΑΤ δεν εντοπίζεται απλώς στη μείωση του απόλυτου αριθμού των ζώων. Βρίσκεται στη βαθύτερη σχέση μεταξύ της μείωσης του ζωικού κεφαλαίου και της ακόμα ταχύτερης μείωσης του αριθμού των ίδιων των εκμεταλλεύσεων. Σε όλες τις κατηγορίες ο αριθμός των κτηνοτροφικών μονάδων μειώνεται με ρυθμό σαρωτικό, κατά πολύ μεγαλύτερο από τη μείωση του αριθμού των ζώων. Αυτό σημαίνει ότι οι μικρές, οικογενειακές παραγωγικές μονάδες κλείνουν οριστικά και το εναπομείναν ζωικό κεφάλαιο συγκεντρώνεται βίαια σε λιγότερες, πολύ μεγαλύτερες επιχειρήσεις.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εφαρμόζει στον πρωτογενή τομέα την ίδια ακριβώς συνταγή εκκαθάρισης που εφάρμοσε στο λιανεμπόριο και στις υπηρεσίες. Μετά το λουκέτο στον μικρό εμποράκο, έρχεται η σειρά του μικρού παραγωγού να παραδώσει τα κλειδιά της μονάδας του στους μεγάλους παίκτες της αγοράς. Το παράδειγμα της χοιροτροφίας είναι ενδεικτικό αυτής της βίαιης αναδιάρθρωσης: ενώ το ζωικό κεφάλαιο μειώθηκε κατά 7,2%, ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων έκανε βουτιά της τάξης του 21,3%. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι σχεδόν ένας στους πέντε χοιροτρόφους στην Ελλάδα αναγκάστηκε να κλείσει την επιχείρησή του μέσα σε ένα έτος. Την ίδια στιγμή, ο μέσος αριθμός ζώων ανά μονάδα αυξήθηκε κατά 17,9%. Η ίδια ακριβώς τάση εμφανίζεται στα βοοειδή (+4,9% ζώα ανά μονάδα), στις αίγες (+4,9%) και στα πρόβατα (+1,3%).
Η αύξηση αυτή των ζώων ανά εκμετάλλευση δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ένδειξη εκσυγχρονισμού ή υγιούς ανάπτυξης. Αντίθετα, αποτελεί το μαθηματικό σύμπτωμα μιας ακραίας οικονομικής πίεσης. Οι μικρές οικογενειακές μονάδες, χωρίς τα απαραίτητα κεφάλαια κίνησης και αποκλεισμένες από το τραπεζικό σύστημα, δεν διαθέτουν τις απαραίτητες οικονομίες κλίμακας για να απορροφήσουν τους κραδασμούς. Το αποτέλεσμα είναι η περιθωριοποίησή τους και η μεταβίβαση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας σε ένα ολιγοπωλιακό μοντέλο ελέγχου, όπου λίγοι μεγάλοι παραγωγοί θα καθορίζουν πλήρως τις τιμές και τους όρους της αγοράς.
Το κόστος παραγωγής
Η βασική αιτία γι’ αυτό το μαζικό κύμα εξόδου από το επάγγελμα είναι η πλήρης αδυναμία επιβίωσης απέναντι στην εκτόξευση του κόστους παραγωγής, ένα πεδίο όπου η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέδειξε εγκληματική αδράνεια. Κατά την περίοδο 2020-25, οι Ελληνες κτηνοτρόφοι βρέθηκαν εγκλωβισμένοι σε μια μέγγενη. Από τη μια πλευρά η ιστορική αύξηση των τιμών των ζωοτροφών και των λιπασμάτων και από την άλλη το δυσβάσταχτο ενεργειακό κόστος, με τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, των καυσίμων και των μεταφορών να κινούνται σε επίπεδα που καθιστούν κάθε παραγωγική δραστηριότητα παθητική.
Η κυβερνητική πολιτική περιορίστηκε σε επικοινωνιακού τύπου ψίχουλα και επιδόματα – κοροϊδία, τα οποία αποδείχτηκαν παντελώς ανεπαρκή για να καλύψουν το πραγματικό χάσμα μεταξύ κόστους παραγωγής και τιμής διάθεσης των προϊόντων. Παράλληλα, το αυξημένο κόστος δανεισμού και ο αποκλεισμός της πλειονότητας των μικρών παραγωγών από τα χρηματοδοτικά εργαλεία του Ταμείου Ανάκαμψης στέρησαν από τον κλάδο τα απαραίτητα κεφάλαια για τον ενεργειακό και τεχνολογικό εκσυγχρονισμό του. Η μικρή οικογενειακή εκμετάλλευση αφέθηκε μόνη της να αντιμετωπίσει τις πολυεθνικές των ζωοτροφών και τα καρτέλ της ενέργειας.
ΠΗΓΗ:documento