Η συζήτηση για τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια φουντώνει κάθε χρόνο όσο πλησιάζει το καλοκαίρι, με την κυβέρνηση και τα μέσα ενημέρωσης να κατευθύνουν τη συζήτηση προς νέες αυξήσεις στις τιμές των εισιτηρίων και, ουσιαστικά, προς τη διασφάλιση της κερδοφορίας των ακτοπλόων εφοπλιστών.
Κάθε νέα αύξηση στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια παρουσιάζεται από τους ακτοπλόους εφοπλιστές ως περίπου «αναπόφευκτη εξέλιξη» και συνήθως αποδίδεται σε εξωγενείς παράγοντες. Πέρυσι, τα επιτελεία των ακτοπλοϊκών ομίλων επικαλούνταν τους νέους περιβαλλοντικούς κανονισμούς (EUETS, FuelEU Maritime), στο πλαίσιο της στρατηγικής κατεύθυνσης της ΕΕ για την «πράσινη μετάβαση». Φέτος, προβάλλουν ως βασική αιτία την εκτίναξη των τιμών των ναυτιλιακών καυσίμων, ιδιαίτερα μετά τη νέα επικίνδυνη κλιμάκωση του ιμπεριαλιστικού πολέμου στη Μέση Ανατολή και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Ισχυρό στήριγμα των ακτοπλόων εφοπλιστών αποδεικνύεται, για ακόμη μία φορά, η κυβέρνηση της ΝΔ, η οποία μόλις τον προηγούμενο μήνα έδωσε 56 εκατομμύρια ευρώ έκτακτης κρατικής επιδότησης προς το εφοπλιστικό κεφάλαιο, επικαλούμενη την εκτίναξη των τιμών των ναυτιλιακών καυσίμων. Σήμερα οι ίδιοι οι ακτοπλόοι εφοπλιστές ομολογούν ότι αυτή η κρατική στήριξη επαρκεί για να καλύψει το πρόσθετο κόστος μόνο μέχρι τον Μάιο. Προειδοποιούν, δηλαδή, τον λαό ότι θα προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις στις ήδη πανάκριβες τιμές των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων.
Η αλήθεια πίσω από τα προσχήματα
Τα καύσιμα αποτελούν σημαντικό μέρος του λειτουργικού κόστους των ακτοπλοϊκών εταιρειών. Αποτελούν, όμως, και τον καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης των τιμών των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων;
Με μια απλή παρατήρηση της διακύμανσης των τιμών των ναυτιλιακών καυσίμων, εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι όταν αυξάνονταν οι τιμές των καυσίμων, αυξάνονταν και οι τιμές των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων. Ομως η σχέση αυτή δεν λειτούργησε ποτέ αντίστροφα όταν οι τιμές των ναυτιλιακών καυσίμων υποχωρούσαν, αποκαλύπτοντας ότι η τιμολογιακή πολιτική καθορίζεται συνολικά από τη στρατηγική κερδοφορίας των ακτοπλοϊκών ομίλων. Πιο συγκεκριμένα:
Από το φθινόπωρο του 2008 έως τον Μάρτη του 2009 σημειώθηκε ραγδαία πτώση των τιμών μετά τη μεγάλη άνοδο του 2008, με το Brent να καταγράφει πτώση της τάξης του 76,3% και το HSFO1 στον Πειραιά να κάνει βουτιά από 615 δολάρια στα 200 δολάρια ανά μετρικό τόνο.
Τα έτη 2013 έως 2016, για τέσσερα συναπτά χρόνια, οι τιμές των ναυτιλιακών καυσίμων ακολουθούν σταθερά πτωτική πορεία, φτάνοντας κάτω από τα επίπεδα τιμών του 2005.
Το 2020, με το ξέσπασμα της πανδημίας Covid-19, σημειώθηκε νέα μεγάλη πτώση των τιμών από τον Φλεβάρη εκείνης της χρονιάς.
Το 2023, μετά την κορύφωση του 2022, λόγω του ιμπεριαλιστικού πολέμου στο έδαφος της Ουκρανίας και άλλων παραγόντων, καταγράφηκε σημαντική αποκλιμάκωση, με τη μέση τιμή του ναυτιλιακού καυσίμου (VLSFO)2 να μειώνεται περίπου κατά 24%.
Και το 2024 οι τιμές σταθεροποιήθηκαν.
Στην πράξη, οι ακτοπλόοι εφοπλιστές, απολαμβάνοντας την πολλαπλή στήριξη του αστικού κράτους και όλων των κυβερνήσεων, με τη μόνιμη φοροαπαλλαγή στα κέρδη τους, με το αφορολόγητο πετρέλαιο και την πολλαπλή στήριξη μέσω επιδοτήσεων από το κράτος, συνολικά με το σύνολο του νομικού πλαισίου για τις θαλάσσιες μεταφορές, όχι μόνο κερδίζουν, αλλά αυξάνουν σταθερά την κερδοφορία τους.
Ποιοι και πώς κερδίζουν;
Την ακτοπλοϊκή συγκοινωνία της χώρας τη λυμαίνονται μια χούφτα ακτοπλοϊκοί όμιλοι. Τέσσερις μόνο εταιρείες εκδίδουν το 55% όλων των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων της χώρας («Attica Group» 28%, «Seajets» 16%, «Levante Ferries» 7,6% και «Minoan Lines» 3%), ενώ στους άξονες των μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων – χωρίς τις μικρές πορθμιακές γραμμές – οι τρεις μεγαλύτεροι όμιλοι («Attica Group», «Minoan Lines» και «Seajets») κατέχουν άνω του 65% της συνολικής χωρητικότητας επιβατών και οχημάτων.
Αυτή η χούφτα ακτοπλοϊκών ομίλων κυριαρχεί σήμερα στον κλάδο και καθορίζει συνολικά τη λειτουργία των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών με γνώμονα αποκλειστικά την κερδοφορία της:
Επικεντρώνεται στις «γραμμές – φιλέτα», δηλαδή στις γραμμές με μεγάλη τουριστική κίνηση. Ενώ για τις γραμμές μικρότερου ενδιαφέροντος διεκδικεί συνεχώς αυξημένες κρατικές επιδοτήσεις. Αυτές οι επιδοτήσεις των λεγόμενων «άγονων γραμμών» εκτοξεύθηκαν μετά την απελευθέρωση της αγοράς κατά περίπου 1.400%, από περίπου 10 εκατομμύρια ευρώ το 2001 σε περίπου 150 εκατομμύρια ευρώ ετησίως το 2025.
Η συγκέντρωση της ακτοπλοϊκής αγοράς στα χέρια ελάχιστων ομίλων οδηγεί στη διαμόρφωση συνθηκών καρτέλ, τόσο στις τιμές όσο και στις ώρες αναχώρησης των πλοίων. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία τεράστιων συσσωρεύσεων επιβατών και οχημάτων στα λιμάνια σε συγκεκριμένες χρονικές ζώνες. Σε ορισμένες γραμμές η σύνδεση πραγματοποιείται αποκλειστικά από μία μόνο εταιρεία, γεγονός που ενισχύει την ανεξέλεγκτη διαμόρφωση των τιμών.
Διευρύνονται οι τεράστιες ανισότητες ανάμεσα στις ακτοπλοϊκές γραμμές. Οι δημοφιλείς τουριστικοί προορισμοί εξυπηρετούνται από νεότερα, ταχύτερα και περισσότερα πλοία, ενώ τα μικρότερα και πιο απομακρυσμένα νησιά εξυπηρετούνται κυρίως από παλαιότερα πλοία, πιο αργά και χωρίς ποιοτικές υπηρεσίες. Υπάρχουν ακόμη ακτοπλοϊκές γραμμές που υπονομεύονται ανοικτά, ώστε να προστατευτεί η κερδοφορία άλλων «πιο τουριστικών» γραμμών.
Η συζήτηση για το αν και σε ποιον βαθμό διαμορφώνεται η τιμή των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων από το κόστος των καυσίμων επιχειρεί να αποκρύψει τη συνολική εικόνα και τους πραγματικούς υπεύθυνους της ακρίβειας.
Συνένοχα τα κόμματα του συστήματος
Αποκρύπτει την πολιτική της σημερινής κυβέρνησης της ΝΔ, η οποία συνεχίζει και κλιμακώνει την αντιλαϊκή πολιτική που ακολούθησαν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις, τόσο του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και του ΠΑΣΟΚ, με τη στήριξη όλων των κομμάτων του συστήματος. Δηλαδή:
– Τη στρατηγική κατεύθυνση της ΕΕ για την «απελευθέρωση» της ακτοπλοϊκής αγοράς, που οδήγησε στη συγκέντρωση του κλάδου σε μια χούφτα πανίσχυρων ακτοπλοϊκών ομίλων, αλλά και τη στρατηγική της λεγόμενης «πράσινης μετάβασης», η οποία φορτώνει νέα δυσβάσταχτα βάρη στον λαό.
– Τη διαχρονική κρατική πολιτική στήριξης των ακτοπλοϊκών ομίλων, με εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από τα «ματωμένα» πλεονάσματα που πληρώνει ο λαός. Ενώ η ίδια αντιλαϊκή πολιτική συνθλίβει τους εργαζόμενους, τα λαϊκά στρώματα και τους νησιώτες, με την άδικη έμμεση φορολογία, την εκρηκτική ακρίβεια και τους καθηλωμένους μισθούς.
– Τη βαθιά εκμετάλλευση των ναυτεργατών στα πλοία, τη διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων, την υπονόμευση και καταστρατήγηση των οργανικών συνθέσεων, τα εξαντλητικά ωράρια και την εντατικοποίηση της εργασίας, που οδηγούν στη σωματική και ψυχική εξουθένωση των πληρωμάτων, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια τόσο των ίδιων των ναυτεργατών όσο και των επιβατών.
Κάλπικη και βαθιά αντιλαϊκή είναι η αντιπαράθεση των σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ με την κυβέρνηση. Ενώ συνδιαμόρφωσαν και στηρίζουν τη στρατηγική που υπηρετεί τις κατευθύνσεις του κεφαλαίου, της ΕΕ και της ανταγωνιστικότητας των ομίλων, ασκούν κριτική στην κυβέρνηση της ΝΔ, η οποία κινείται ακριβώς πάνω στις ίδιες ράγες. Επιχειρούν να εγκλωβίσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια προβάλλοντας επιμέρους μέτρα – «ασπιρίνες» για τον «καρκίνο» της αντιλαϊκής πολιτικής, ισχυριζόμενοι ότι τάχα το καρτέλ της ακρίβειας μπορεί να αντιμετωπιστεί με ένα «παρατηρητήριο τιμών» ή με ορισμένες στοχευμένες επιδοτήσεις για τα πιο φτωχά τμήματα του πληθυσμού.
Στις θέσεις τους δεν προτείνουν την κατάργηση του άδικου έμμεσου φορολογικού πλαισίου που τσακίζει το λαϊκό εισόδημα, ενώ αποθεώνουν και το μέτρο του «μεταφορικού ισοδύναμου». Ενα μέτρο που, στην πράξη, λειτουργεί ως μηχανισμός επιδότησης της ακρίβειας για τον λαό και της κερδοφορίας των ακτοπλόων εφοπλιστών, φορτώνοντας ξανά το κόστος στον λαό μέσω της φορολογίας.
Με το ΚΚΕ για την οργάνωση της αντεπίθεσης
Η συζήτηση για την Ενέργεια στη ναυτιλία που ανοίγει από τους εφοπλιστές φωτίζει και μια ακόμη κρίσιμη πλευρά: Την όξυνση των ανταγωνισμών και των αντιθέσεων στο εσωτερικό της ίδιας της αστικής τάξης. Πρόκειται για αντιθέσεις που διαπερνούν ολόκληρο το πλέγμα της αγοράς: ανταγωνισμοί μεταξύ προμηθευτών καυσίμων και εφοπλιστών, μεταξύ εφοπλιστών και ναυλωτών, μεταξύ διαφορετικών τμημάτων του εφοπλιστικού κεφαλαίου, αλλά και συγκρούσεις ανάμεσα στην ακτοπλοΐα και σε τμήματα του τουριστικού κεφαλαίου. Χαρακτηριστικές ήταν οι πρόσφατες δημόσιες παρεμβάσεις τόσο του εφοπλιστή Π. Λασκαρίδη σχετικά με την πορεία της απανθρακοποίησης, όσο και του ακτοπλόου εφοπλιστή Μ. Ηλιόπουλου σχετικά με τη ρευστότητα που παρέχουν οι τράπεζες.
Οι δυνάμεις του ΚΚΕ βρίσκονται καθημερινά στην πρώτη γραμμή των αγώνων, φωτίζοντας τον δρόμο της ανατροπής, που στοχεύει τον πραγματικό αντίπαλο, και παρεμβαίνουν αποφασιστικά, ώστε να οξύνουν ακόμη περισσότερο τις αντιθέσεις της αστικής τάξης. Ενάντια στις αυξήσεις των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, ενάντια στη συνεχή υποβάθμιση και διάλυση των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών για τον λαό και τους νησιώτες.
Δίνουν καθημερινό αγώνα ενάντια στην ολοένα βαθύτερη εμπλοκή της χώρας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, αναδεικνύοντας ότι η εμπλοκή αυτή μεταφέρεται άμεσα στα ελληνικά χωρικά ύδατα, όπως αποδεικνύεται από το θαλάσσιο drone στη Λευκάδα και από τον εντοπισμό ουκρανικής νάρκης στην Κρήτη. Πρόκειται για κίνδυνο που απειλεί άμεσα την ασφάλεια των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών και την ανθρώπινη ζωή στη θάλασσα.
Βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του κινήματος, παλεύοντας ενάντια στην αξιοποίηση υποδομών για τον πόλεμο, όπως έκαναν οι λιμενεργάτες του Πειραιά με το μπλοκάρισμα του κοντέινερ με τις σφαίρες. Παλεύουν ενάντια στους οικονομικούς όρους της εμπλοκής, όπως όταν, τον Μάη του 2025, οι ταξικές δυνάμεις του ΠΑΜΕ ακύρωσαν, στην πράξη, την εκδήλωση της ισραηλινής πρεσβείας και Ισραηλινών επιχειρηματιών στο κτίριο του ΕΒΕΠ Πειραιά.
Καμία προσδοκία δεν πρέπει να έχει ο λαός από μια νέα κυβέρνηση, η οποία θα αποτελείται από περισσότερο ή λιγότερο σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις (Τσίπρας ΕΛ.Α.Σ. – ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ). Οποια κι αν είναι η σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης, το πρόγραμμά της είναι ήδη καθορισμένο από τις στρατηγικές κατευθύνσεις της ΕΕ, τις ανάγκες της αστικής τάξης και των εφοπλιστών, καθώς και από τις δεσμεύσεις των ηγεσιών όλων των συστημικών κομμάτων.
Η μόνη ρεαλιστική λύση για τον λαό και τη διασύνδεση του μεγάλου νησιωτικού συμπλέγματος της χώρας βρίσκεται στην προγραμματική πρόταση του ΚΚΕ. Γιατί μόνο με την κατάργηση του καπιταλιστικού κέρδους και την κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής, των πλοίων, των λιμανιών, των ναυπηγείων και συνολικά των κρίσιμων υποδομών, μπορεί να διασφαλιστεί ακτοπλοϊκή σύνδεση με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες και όχι την κερδοφορία των εφοπλιστικών ομίλων. Μόνο στο πλαίσιο του Κεντρικού Σχεδιασμού της οικονομίας και της Εργατικής Εξουσίας, με ένα ενιαίο σχέδιο Μεταφορών όλων των μέσων μεταφοράς, μπορεί να εξασφαλιστεί φθηνή, σύγχρονη, ασφαλής και σταθερή ακτοπλοϊκή διασύνδεση για τα νησιά και τους κατοίκους τους.
Παραπομπές:
1. Το HSFO (High Sulphur Fuel Oil) είναι ένας τύπος βαρέος ναυτιλιακού καυσίμου που χρησιμοποιήθηκε για δεκαετίες ως το βασικό καύσιμο.
2. Το Very Low Sulfur Fuel Oil (VLSFO) είναι ναυτιλιακό καύσιμο με ανώτατο όριο περιεκτικότητας σε θείο 0,5%.
Του
Ιωνα ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΥ*
* Ο Ι. Παπανδρεόπουλος είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚE