Όταν η ραδιοφωνική δημοσιογραφία μπερδεύει την ενημέρωση με τις δημόσιες σχέσεις και την πραγματικότητα με τον μικρόκοσμό της
Υπάρχει ένα παράξενο φαινόμενο στην ελληνική ραδιοφωνική δημοσιογραφία. Ορισμένοι που εμφανίζονται ως γνώστες, αναλυτές και υπερασπιστές του ραδιοφώνου μοιάζουν να αντιλαμβάνονται το μέσο μέσα από έναν εξαιρετικά περιορισμένο κύκλο ανθρώπων, σταθμών και προσωπικών προτιμήσεων. Έναν κόσμο όπου τα ίδια πρόσωπα πρωταγωνιστούν, οι ίδιες απόψεις ανακυκλώνονται και οι ίδιες συνταγές παρουσιάζονται ως η μοναδική πραγματικότητα της αγοράς.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι έχουν άποψη. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η άποψη παρουσιάζεται ως αντικειμενική ανάλυση και η επιλεκτική προβολή ως ολοκληρωμένη ενημέρωση.

Δημοσιογραφία ή γραφείο δημοσίων σχέσεων;
Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς ένα μέρος της αρθρογραφίας γύρω από το ελληνικό ραδιόφωνο για να διαπιστώσει πόσο συχνά η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από συγκεκριμένους παραγωγούς, διευθυντές, παρουσιαστές και γνωστά ονόματα.
Συνεντεύξεις γεμάτες φιλοφρονήσεις, παρουσιάσεις επαγγελματικών μετακινήσεων σαν να πρόκειται για κοσμοϊστορικά γεγονότα και μια διαρκής προσπάθεια ανάδειξης προσώπων που κινούνται στον ίδιο στενό επαγγελματικό κύκλο.
Φυσικά, οι άνθρωποι του ραδιοφώνου αποτελούν μέρος της επικαιρότητας. Όμως υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη δημοσιογραφική κάλυψη και στη δημιουργία μιας άτυπης βιτρίνας δημοσίων σχέσεων.
Όταν ένας δημοσιογράφος παρουσιάζει έναν παραγωγό σχεδόν αποκλειστικά με εγκωμιαστικούς χαρακτηρισμούς, ο αναγνώστης δικαιούται να αναρωτηθεί: Διαβάζει δημοσιογραφία ή ένα καλογραμμένο διαφημιστικό σημείωμα;
Και όταν συγκεκριμένα πρόσωπα απολαμβάνουν ιδιαίτερη προβολή, ενώ άλλες πλευρές της αγοράς παραμένουν στο περιθώριο, προκύπτει ένα ακόμη ερώτημα: Με ποια κριτήρια επιλέγονται οι πρωταγωνιστές;
Δεν χρειάζεται να υπάρχει κάποια κρυφή συμφωνία για να δημιουργηθεί πρόβλημα. Αρκεί η δημοσιογραφία να χάσει την απαραίτητη απόσταση από εκείνους που υποτίθεται ότι ελέγχει.
Ζουν σε ένα ραδιόφωνο που υπάρχει μόνο στο μυαλό τους
Η ελληνική ραδιοφωνική πραγματικότητα δεν είναι οι παρέες των παραγωγών, οι ανακοινώσεις των σταθμών και οι μετακινήσεις των γνωστών ονομάτων.
Είναι μια αγορά που εδώ και χρόνια αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα δημιουργικότητας, πολυφωνίας, ιδιοκτησιακής συγκέντρωσης και ποιότητας περιεχομένου.
Μεγάλο μέρος του μουσικού ραδιοφώνου λειτουργεί με επαναλαμβανόμενες playlists, ελάχιστο πρωτότυπο περιεχόμενο και προγράμματα που δύσκολα ξεχωρίζουν μεταξύ τους.
Οι παραγωγοί σε αρκετές περιπτώσεις έχουν περιορισμένο δημιουργικό ρόλο, ενώ οι αποφάσεις λαμβάνονται με βασικό γνώμονα την εμπορική ασφάλεια.
Κι όμως, αντί να βρίσκεται αυτή η πραγματικότητα στο επίκεντρο της συζήτησης, συχνά αναπαράγεται μια σχεδόν ρομαντική εικόνα του ραδιοφώνου, γεμάτη νοσταλγία, αγαπημένες φωνές και προσωπικές αναμνήσεις.
Η νοσταλγία, όμως, δεν είναι δημοσιογραφική ανάλυση. Και η αγάπη για το ραδιόφωνο δεν αποτελεί άλλοθι για να αποφεύγονται οι δύσκολες ερωτήσεις.
Το DAB+ και ο φόβος της αλλαγής
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συζήτηση για το ψηφιακό ραδιόφωνο DAB+.
Μια τεχνολογία που έχει αναπτυχθεί σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές και προσφέρει τη δυνατότητα μετάδοσης περισσότερων προγραμμάτων μέσω ψηφιακών πολυπλεκτών, καλύτερη αξιοποίηση του φάσματος και πρόσθετες υπηρεσίες πληροφοριών.
Αντί η συζήτηση να επικεντρώνεται στις δυνατότητες που θα μπορούσε να προσφέρει στην ελληνική αγορά, συχνά κυριαρχούν οι επιφυλάξεις, τα προβλήματα και τα αρνητικά παραδείγματα.
Ασφαλώς το DAB+ δεν είναι τέλειο. Έχει κόστος εγκατάστασης, απαιτεί σχεδιασμό δικτύων και δεν αποτελεί εγγύηση οικονομικής επιτυχίας. Αυτά πρέπει να συζητούνται.
Αλλά η δημοσιογραφία οφείλει να εξετάζει εξίσου και την άλλη πλευρά: Ποιοι ωφελούνται από τη διατήρηση της σημερινής κατάστασης;
Μήπως η είσοδος νέων ραδιοφωνικών προγραμμάτων θα δημιουργούσε πραγματικό ανταγωνισμό απέναντι στους ήδη εγκατεστημένους παίκτες;
Μήπως μια πιο ανοιχτή αγορά θα αμφισβητούσε την εμπορική αξία των υφιστάμενων συχνοτήτων;
Και τελικά, γιατί η συζήτηση για την τεχνολογική μετάβαση αντιμετωπίζεται συχνά περισσότερο ως απειλή παρά ως ευκαιρία;
Η κριτική στο DAB+ είναι απολύτως θεμιτή. Η επιλεκτική ανάδειξη μόνο των επιχειρημάτων που ενισχύουν μια προκαθορισμένη θέση, όμως, δεν συνιστά ολοκληρωμένη ενημέρωση.
Για τους ιδιοκτήτες θα μιλήσουμε ποτέ σοβαρά;
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση.
Στην Ελλάδα, το ραδιόφωνο δεν λειτουργεί σε κάποιον ιδανικό κόσμο ανεξάρτητης επιχειρηματικότητας.
Υπάρχουν ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα, ιδιοκτησιακές συγκεντρώσεις, πολιτικές διασυνδέσεις και ένα καθεστώς αδειοδότησης που επί δεκαετίες παραμένει προβληματικό.
Ποιος ελέγχει πραγματικά τις συχνότητες; Με ποιες διαδικασίες απέκτησαν οι σημερινοί ιδιοκτήτες τη δυνατότητα εκπομπής; Πώς επηρεάζουν οι επιχειρηματικές σχέσεις το περιεχόμενο; Γιατί καθυστερεί τόσο η οριστική ρύθμιση του ραδιοφωνικού τοπίου;
Αυτά είναι ερωτήματα που θα έπρεπε να βρίσκονται καθημερινά στην πρώτη γραμμή της ραδιοφωνικής δημοσιογραφίας.
Όχι απλώς ως περιστασιακές ειδήσεις, αλλά ως αντικείμενο συστηματικής έρευνας.
Γιατί είναι εύκολο να γράφεις για τον παραγωγό που άλλαξε σταθμό. Πολύ δυσκολότερο να εξετάζεις το επιχειρηματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί ο σταθμός που τον προσέλαβε.
Είναι εύκολο να παρουσιάζεις μια νέα εκπομπή. Δυσκολότερο να εξηγείς γιατί η ελληνική ραδιοφωνία παράγει τόσο περιορισμένο πρωτότυπο περιεχόμενο.
Και είναι εύκολο να υπερασπίζεσαι γενικά και αόριστα το ραδιόφωνο. Δυσκολότερο να συγκρούεσαι με τις παθογένειές του.
Οι ίδιοι άνθρωποι δεν είναι ολόκληρο το ραδιόφωνο
Το ελληνικό ραδιόφωνο δεν τελειώνει στα όρια της Αθήνας, ούτε εξαντλείται στους γνωστούς παραγωγούς και στα μεγάλα εμπορικά σχήματα.
Υπάρχουν μικρότεροι σταθμοί, ανεξάρτητοι δημιουργοί, νέοι επαγγελματίες και άνθρωποι που πειραματίζονται με διαφορετικά μουσικά formats, ψηφιακές πλατφόρμες και νέες μορφές παραγωγής.
Αυτοί δεν έχουν πάντοτε πρόσβαση στους μηχανισμούς προβολής. Δεν ανήκουν απαραίτητα στις γνωστές παρέες και δεν διαθέτουν τη δημοσιότητα των καθιερωμένων ονομάτων.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι έχουν μικρότερη σημασία.
Μια δημοσιογραφία που επιμένει να κοιτάζει διαρκώς προς τα ίδια πρόσωπα κινδυνεύει να καταλήξει μηχανισμός αναπαραγωγής της υπάρχουσας ιεραρχίας.
Και τότε, αντί να ανακαλύπτει το καινούργιο, απλώς επιβεβαιώνει το παλιό.
Δεν χρειάζεται άλλους αυλικούς το ελληνικό ραδιόφωνο
Το ελληνικό ραδιόφωνο δεν έχει ανάγκη από δημοσιογράφους που λειτουργούν ως θαυμαστές των επαγγελματιών του χώρου.
Δεν χρειάζεται άλλες αγιογραφίες, άλλες φιλοφρονήσεις και άλλες αναλύσεις που αντιμετωπίζουν την αγορά σαν μια κλειστή λέσχη γνωστών και φίλων.
Χρειάζεται δημοσιογράφους που θα ερευνούν ποιοι κατέχουν τις συχνότητες, ποιοι παίρνουν τις αποφάσεις, πώς διαμορφώνεται το περιεχόμενο και γιατί η ελληνική ραδιοφωνία δυσκολεύεται να ανανεωθεί.
Χρειάζεται ανθρώπους που θα αμφισβητούν τους ισχυρούς, όχι μόνο τις αποφάσεις της πολιτείας. Που θα εξετάζουν την τεχνολογική εξέλιξη χωρίς προκαταλήψεις και που θα κρίνουν έναν σταθμό από όσα πραγματικά προσφέρει στον ακροατή, όχι από το πόσο γνωστός είναι ο ιδιοκτήτης ή ο παραγωγός του.
Κυρίως, χρειάζεται να σταματήσουμε να συγχέουμε τη δημοσιογραφική ενημέρωση με την κοινωνική συναναστροφή.
Γιατί το ραδιόφωνο δεν είναι ιδιοκτησία μιας παρέας, ούτε οι προσωπικές προτιμήσεις ορισμένων αποτελούν μέτρο της αξίας του.
Και όσοι φιλοδοξούν να παρουσιάζονται ως οι αυθεντικοί εκφραστές του, καλό θα ήταν να θυμούνται κάτι απλό:
Δεν είστε εσείς το ραδιόφωνο. Ούτε οι φίλοι σας. Ούτε τα πρόσωπα που επιλέγετε να προβάλλετε.
Το ραδιόφωνο ανήκει στους ανθρώπους που το δημιουργούν και, πάνω απ’ όλα, σε εκείνους που το ακούν.
Όλοι οι υπόλοιποι οφείλουν να το υπηρετούν, όχι να το χρησιμοποιούν ως καθρέφτη της προσωπικής τους σημασίας.