Ρευματοκλοπές: Η «τρύπα» των 450 εκατ. ευρώ και το μπλόκο στους ενεργειακούς τουρίστες

aggelioforos

Στην αντιμετώπιση δύο προβλημάτων που επιβαρύνουν το ενεργειακό σύστημα και τελικά τους συνεπείς καταναλωτές στρέφεται το κυβερνητικό σχέδιο για τη μείωση του ενεργειακού κόστους,  τις ρευματοκλοπές και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας τις εντάσσει στις παρεμβάσεις που μπορούν να συμβάλουν στον στόχο για μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας κατά 30% σε ορίζοντα τριετίας. 

Τα μεγέθη αποτυπώνουν την έκταση του προβλήματος. Οι μη τεχνικές απώλειες, που περιλαμβάνουν τις ρευματοκλοπές, κόστισαν περίπου 450 εκατ. ευρώ τον χρόνο κατά την περίοδο 2022-2024, ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έχουν φθάσει περίπου στα 3 δισ. ευρώ

Η λογική του ΥΠΕΝ είναι ότι πρόκειται για κόστος που τελικά δεν απορροφάται από εκείνον που το δημιουργεί, αλλά επιβαρύνει συνολικά την αγορά. 

Η «τρύπα» των 450 εκατ. ευρώ τον χρόνο

Οι μη τεχνικές απώλειες του δικτύου αυξήθηκαν σημαντικά τα προηγούμενα χρόνια, με το κόστος τους να διαμορφώνεται στα 450 εκατ. ευρώ ετησίως την περίοδο 2022-2024. Το ΥΠΕΝ επισημαίνει ότι η σταδιακή μείωσή τους μπορεί να αφαιρέσει ένα σημαντικό βάρος από την τελική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος. 

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το ποσοστό των ρευματοκλοπών είχε φθάσει περίπου στο 4,5%, γεγονός που καθιστά τον περιορισμό τους σημαντικό παράγοντα για τη μείωση των απωλειών στο δίκτυο.

Μάλιστα όπως έχει σημειώσει η ηγεσία του ΥΠΕΝ το κόστος αυτό δεν εξαφανίζεται, καθώς η ενέργεια που καταναλώνεται χωρίς να καταγράφεται και να πληρώνεται δημιουργεί ένα κενό το οποίο τελικά επιβαρύνει το σύστημα και, κατ’ επέκταση, τους υπόλοιπους συνεπείς καταναλωτές.

7,7 εκατ. έξυπνοι μετρητές έως το 2030

Απάντηση στο πρόβλημα των ρευματοκλοπών είναι η ανάπτυξη των έξυπνων μετρητών. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΥΠΕΝ, ο σχεδιασμός προβλέπει την εγκατάσταση 3,71 εκατομμυρίων έξυπνων μετρητών έως το 2027, ενώ ο τελικός στόχος είναι να φθάσουν τα 7,7 εκατομμύρια το 2030, καλύπτοντας το 100% των καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα.

Το συνολικό κόστος του έργου υπολογίζεται σε 1,16 δισ. ευρώ, με την επένδυση να θεωρείται κρίσιμη τόσο για τον εκσυγχρονισμό του δικτύου όσο και για τον περιορισμό των απωλειών και του ενεργειακού κόστους.

Το σχετικό χρονοδιάγραμμα του ΔΕΔΔΗΕ αποτυπώνει την σταδιακή επέκταση της τηλεμέτρησης: από 2,4 εκατ. μετρητές το 2026, σε 3,7 εκατ. το 2027, 5,1 εκατ. το 2028, 6,4 εκατ. το 2029 και τελικά 7,7 εκατ. το 2030, όταν η κάλυψη προβλέπεται να φθάσει στο 100%. 

Ήδη ο σχεδιασμός προβλέπει ότι στο τέλος του 2026 τα δύο τρίτα της ενέργειας στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ θα καλύπτονται από τηλεμέτρηση. 

Η σημασία των έξυπνων μετρητών είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, επιτρέπουν στον Διαχειριστή να έχει πολύ πιο ακριβή και άμεση εικόνα της κατανάλωσης, διευκολύνοντας τον εντοπισμό ασυνήθιστων απωλειών και πιθανών ρευματοκλοπών. Από την άλλη, δημιουργούν τις απαραίτητες υποδομές για δυναμικά τιμολόγια και μεγαλύτερη ευελιξία στην κατανάλωση. 

Στο στόχαστρο και τα 3 δισ. ευρώ των ληξιπρόθεσμων οφειλών

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα μετά τις ρευματοκλοπές είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, οι οποίες έχουν συσσωρευθεί στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας από τους ενεργειακούς «τουρίστες» και υπολογίζονται σε περίπου 3 δισ. ευρώ. Το ΥΠΕΝ θεωρεί ότι και αυτό το βάρος καταλήγει τελικά να επιβαρύνει το σύνολο των καταναλωτών. 

Η κυβέρνηση επιχειρεί να ξεχωρίσει τους καταναλωτές που αντιμετωπίζουν πραγματική οικονομική αδυναμία από τους στρατηγικούς κακοπληρωτές, οι οποίοι αφήνουν επανειλημμένα ανεξόφλητους λογαριασμούς και στη συνέχεια μετακινούνται μεταξύ προμηθευτών.

«Μπλόκο» στις συνεχείς αλλαγές παρόχου

Για τον περιορισμό της πρακτικής του ενεργειακού «τουρισμού» προωθείται ένα νέο σύστημα επισήμανσης των καταναλωτών με ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Η βασική πρόβλεψη είναι ότι με τη συμπλήρωση τριών ενεργών επισημάνσεων, ο καταναλωτής δεν θα μπορεί να αλλάξει προμηθευτή χωρίς προηγουμένως να έχει τακτοποιήσει την οφειλή του. 

Με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται να περιοριστεί το φαινόμενο της μεταφοράς χρεών από εταιρεία σε εταιρεία, χωρίς να στοχοποιούνται καταναλωτές που βρέθηκαν περιστασιακά σε οικονομική αδυναμία και επιδιώκουν να ρυθμίσουν τις οφειλές τους.

Share This Article