Όταν η δημοσιογραφία πουλάει κοινωνική ευαισθησία, αλλά αποφεύγει να συγκρουστεί με την εξουσία, το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό
Υπάρχει μια κατηγορία δημοσιογράφων που έχει καταφέρει το σχεδόν ακατόρθωτο: να εμφανίζεται ως υπερασπιστής των αδύναμων, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι ενός συστήματος ενημέρωσης που ελέγχεται από ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Δημοσιογράφοι που καταγγέλλουν την αδικία, συγκινούνται μπροστά στις κάμερες, υψώνουν τη φωνή τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα και παρουσιάζονται ως εκφραστές της κοινωνικής αγανάκτησης. Όλα αυτά μέσα από τα τηλεοπτικά στούντιο επιχειρηματικών ομίλων, των οποίων οι δραστηριότητες και τα συμφέροντα σπάνια γίνονται αντικείμενο εξίσου αυστηρής κριτικής.
Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δεν εξηγείται μόνο με όρους προσωπικής υποκρισίας. Έχει βαθύτερες πολιτικές και ταξικές διαστάσεις. Ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν χρειάζεται αποκλειστικά δημοσιογράφους που τον υπερασπίζονται ανοιχτά. Χρειάζεται και εκείνους που εμφανίζονται να τον αμφισβητούν, αρκεί η αμφισβήτησή τους να μην αγγίζει τα θεμέλιά του.
Έτσι δημιουργείται ένας ιδιότυπος τηλεοπτικός προοδευτισμός. Μια μορφή κοινωνικής ευαισθησίας που μπορεί να καταγγέλλει τις συνέπειες της εκμετάλλευσης, αλλά σπάνια θέτει στο επίκεντρο την ίδια την εκμεταλλευτική σχέση. Που μιλά για τη φτώχεια, αλλά αποφεύγει να εξετάσει ποιος συγκεντρώνει τον πλούτο. Που θρηνεί για τα θύματα των πολέμων, αλλά δεν αναλύει πάντοτε τα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα που βρίσκονται πίσω από αυτούς.
Είναι η δημοσιογραφία που επιτρέπεται να αγανακτεί, αρκεί να μη μετατρέπει την αγανάκτηση σε ουσιαστική αμφισβήτηση της εξουσίας.

Επαναστάτες στα λόγια, συμβιβασμένοι στην πράξη
Η τηλεοπτική αγανάκτηση έχει γίνει ένα από τα πιο εμπορεύσιμα προϊόντα της εποχής μας. Παρουσιαστές καταγγέλλουν την ακρίβεια, δημοσιογράφοι εμφανίζονται συγκλονισμένοι από τις κοινωνικές ανισότητες και τηλεοπτικά πάνελ διαπιστώνουν καθημερινά ότι οι εργαζόμενοι δυσκολεύονται να επιβιώσουν.
Όμως η πραγματική δημοσιογραφική σύγκρουση δεν μετριέται σε ντεσιμπέλ.
Είναι εύκολο να καταγγέλλεις έναν υπουργό, ιδιαίτερα όταν η πολιτική συγκυρία το επιτρέπει. Είναι πολύ δυσκολότερο να ερευνάς τα συμφέροντα των τραπεζών, των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, των εφοπλιστών και των ιδιοκτητών των μέσων ενημέρωσης.
Είναι εύκολο να παρουσιάζεις μια οικογένεια που δεν μπορεί να πληρώσει το ηλεκτρικό ρεύμα. Είναι δυσκολότερο να εξηγείς πώς διαμορφώνονται οι τιμές της ενέργειας, ποιοι αποκομίζουν κέρδη και ποιες πολιτικές επιλογές επιβαρύνουν τους εργαζόμενους.
Ακόμη δυσκολότερο είναι να αμφισβητείς την αντίληψη ότι η κερδοφορία των επιχειρήσεων πρέπει να προηγείται διαρκώς των κοινωνικών αναγκών.
Εκεί τελειώνει συχνά ο τηλεοπτικός ριζοσπαστισμός. Στο σημείο όπου η κριτική παύει να είναι ακίνδυνη για τις κυρίαρχες οικονομικές σχέσεις.
Δεν χρειάζεται κανείς να υποστηρίζει ότι κάθε δημοσιογράφος παίρνει εντολές από το αφεντικό του. Η εξάρτηση μπορεί να λειτουργεί πολύ πιο αποτελεσματικά μέσα από την επαγγελματική ανέλιξη, την αυτολογοκρισία, τις επιλογές της διεύθυνσης και την προσαρμογή στο περιβάλλον ενός μεγάλου επιχειρηματικού οργανισμού.
Κάπως έτσι, η δημοσιογραφία κινδυνεύει να μετατραπεί από μηχανισμό ελέγχου της εξουσίας σε μηχανισμό διαχείρισης της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Ο προοδευτισμός που δεν ενοχλεί το κεφάλαιο
Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί μια ιδιαίτερα βολική εκδοχή προοδευτισμού. Ένας προοδευτισμός που περιορίζεται συχνά στην εικόνα, στη γλώσσα και στις δημόσιες διακηρύξεις, αφήνοντας στο περιθώριο τις ταξικές σχέσεις που καθορίζουν την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.
Τα ατομικά δικαιώματα, η ισότητα και η καταπολέμηση των διακρίσεων αποτελούν ουσιαστικές κοινωνικές κατακτήσεις. Για την Αριστερά, όμως, δεν μπορούν να αποσυνδέονται από την οικονομική ισότητα, τα εργασιακά δικαιώματα και τη συλλογική χειραφέτηση.
Δεν μπορεί να υπάρχει ολοκληρωμένη κοινωνική δικαιοσύνη όταν ο εργαζόμενος παραμένει οικονομικά εξαρτημένος, όταν η στέγαση μετατρέπεται σε πολυτέλεια και όταν η πρόσβαση στην υγεία και στην παιδεία καθορίζεται ολοένα περισσότερο από την οικονομική δυνατότητα.
Ο προοδευτισμός που αποφεύγει τη σύγκρουση με την εκμετάλλευση της εργασίας μπορεί εύκολα να ενσωματωθεί στην επικοινωνιακή στρατηγική των μεγάλων επιχειρήσεων.
Το κεφάλαιο δεν έχει απαραίτητα πρόβλημα με έναν δημοσιογράφο που δηλώνει προοδευτικός. Πρόβλημα μπορεί να αποκτήσει όταν αυτός αρχίσει να ερευνά τις εργασιακές πρακτικές, τα επιχειρηματικά προνόμια, τις κρατικές ενισχύσεις και τη συγκέντρωση της οικονομικής ισχύος.
Μια Αριστερά που περιορίζεται στην επικοινωνιακή ευαισθησία, χωρίς να αμφισβητεί την οικονομική εξουσία, κινδυνεύει να καταλήξει διακοσμητικό στοιχείο του συστήματος που υποτίθεται ότι αντιμάχεται.
Η δημοσιογραφία του πολέμου και η υποκρισία του ιμπεριαλισμού
Ακόμη πιο αποκαλυπτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι διεθνείς συγκρούσεις.
Στη διεθνή ενημέρωση, οι έννοιες της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χρησιμοποιούνται συχνά για να ερμηνεύσουν ή να δικαιολογήσουν γεωπολιτικές επιλογές. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτών των αρχών δεν είναι πάντοτε συνεπής.
Γιατί ορισμένες στρατιωτικές επεμβάσεις παρουσιάζονται ως αναγκαίες για την ασφάλεια, ενώ άλλες καταδικάζονται ως παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου; Γιατί ο πόνος ορισμένων λαών συγκεντρώνει τεράστια δημοσιότητα, ενώ άλλες ανθρωπιστικές καταστροφές περνούν στο περιθώριο;
Η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην απλή αναπαραγωγή των ανακοινώσεων κυβερνήσεων, στρατιωτικών συμμαχιών και διεθνών οργανισμών.
Μια πραγματικά ανεξάρτητη δημοσιογραφία οφείλει να ερευνά τον ρόλο των μεγάλων δυνάμεων, τα οικονομικά συμφέροντα, τις αγορές ενέργειας, τη βιομηχανία εξοπλισμών και τους ανταγωνισμούς για τον έλεγχο στρατηγικών περιοχών.
Ο ιμπεριαλισμός δεν αποτελεί απλώς μια λέξη από τα βιβλία της πολιτικής θεωρίας. Στην αριστερή ανάλυση περιγράφει σχέσεις οικονομικής και γεωπολιτικής κυριαρχίας, μέσα από τις οποίες ισχυρά κράτη και επιχειρηματικά συμφέροντα επιδιώκουν να επηρεάζουν ή να ελέγχουν άλλες κοινωνίες.
Η κριτική αυτή οφείλει να είναι συνεπής. Δεν μπορεί να καταδικάζει τις επεμβάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους, αλλά να δικαιολογεί αντίστοιχες πρακτικές άλλων ισχυρών κρατών. Ούτε μπορεί να αντιμετωπίζει τους λαούς ως πιόνια στους ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων.
Από το Ιράκ και το Αφγανιστάν μέχρι την Παλαιστίνη και την Ουκρανία, οι άμαχοι πληρώνουν βαρύ τίμημα για πολέμους, κατοχές, επεμβάσεις και ανταγωνισμούς εξουσίας, με διαφορετικές ιστορικές αιτίες και ευθύνες σε κάθε περίπτωση.
Κι όμως, πόσο συχνά η τηλεοπτική δημοσιογραφία εξετάζει σε βάθος την οικονομία του πολέμου; Πόσο συχνά ερευνά τα κέρδη της πολεμικής βιομηχανίας ή τις σχέσεις επιχειρηματικών συμφερόντων με τις στρατιωτικές δαπάνες;
Είναι εύκολο να δηλώνεις συγκλονισμένος από τις εικόνες των βομβαρδισμών. Δυσκολότερο να εξετάζεις ποιος παράγει, ποιος πουλά και ποιος αγοράζει τα όπλα.
Η αντιπολεμική στάση δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Ούτε η ανθρώπινη ζωή να αποκτά διαφορετική αξία ανάλογα με τη σημαία που βρίσκεται πάνω από τα ερείπια.
Τα ΜΜΕ των εφοπλιστών και των επιχειρηματικών ομίλων
Στην Ελλάδα, η σχέση της ενημέρωσης με την οικονομική εξουσία αποκτά ιδιαίτερη σημασία εξαιτίας της παρουσίας ισχυρών επιχειρηματικών συμφερόντων στην ιδιοκτησία των μέσων ενημέρωσης.
Επιχειρηματίες με δραστηριότητες στη ναυτιλία, στην ενέργεια και σε άλλους τομείς της οικονομίας έχουν αποκτήσει σημαντική παρουσία στον χώρο των ΜΜΕ.
Η ιδιοκτησία αυτή δεν αποδεικνύει από μόνη της δημοσιογραφική χειραγώγηση. Δημιουργεί, όμως, εύλογα ερωτήματα για τη σύγκρουση συμφερόντων και για το κατά πόσο τα μέσα μπορούν να ελέγχουν με την ίδια αυστηρότητα τους ιδιοκτήτες τους και τους επιχειρηματικούς τους εταίρους.
Πόσο εύκολα μπορεί να αναδειχθεί ένα θέμα που θίγει οικονομικά συμφέροντα συνδεδεμένα με την ιδιοκτησία ενός σταθμού; Πόσο ανεξάρτητη είναι η επιλογή της θεματολογίας; Ποια ζητήματα υποβαθμίζονται και ποια προβάλλονται διαρκώς;
Αυτά είναι τα πραγματικά ερωτήματα της δημοσιογραφικής ανεξαρτησίας.
Και εδώ αποκαλύπτεται η αντίφαση ορισμένων τηλεοπτικών προσωπικοτήτων που οικοδομούν μια δημόσια εικόνα κοινωνικής ευαισθησίας, αλλά δεν επιδεικνύουν πάντοτε αντίστοιχη διάθεση ελέγχου απέναντι στην οικονομική ισχύ.
Η κριτική στην κυβέρνηση είναι αναγκαία. Δεν αρκεί, όμως, όταν αφήνει στο απυρόβλητο τις οικονομικές δομές που επηρεάζουν την πολιτική εξουσία, ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα κυβερνά.
Ο λαός δεν χρειάζεται τηλεοπτικούς προστάτες
Ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία αυτής της μορφής δημοσιογραφίας είναι ότι παρουσιάζει την κοινωνία ως έναν παθητικό θεατή που περιμένει κάποιον τηλεοπτικό παρουσιαστή να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του.
Ο εργαζόμενος που αμείβεται με έναν μισθό που δεν επαρκεί, ο συνταξιούχος που δυσκολεύεται να επιβιώσει και ο νέος που αδυνατεί να αποκτήσει ανεξάρτητη κατοικία μετατρέπονται σε πρόσωπα τηλεοπτικών ιστοριών.
Ο δημοσιογράφος αγανακτεί για λογαριασμό τους, ο παρουσιαστής απαιτεί απαντήσεις και το τηλεοπτικό πρόγραμμα συνεχίζεται.
Αλλά η κοινωνική αλλαγή δεν προκύπτει από την τηλεοπτική συγκίνηση.
Προκύπτει από την οργάνωση των εργαζομένων, τη συλλογική διεκδίκηση, τα σωματεία, τις κοινωνικές κινητοποιήσεις και τη συμμετοχή των ίδιων των ανθρώπων στις αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή τους.
Από μια αριστερή σκοπιά, ο εργαζόμενος δεν είναι αντικείμενο φιλανθρωπίας ούτε τηλεοπτικό θέαμα. Είναι ο άνθρωπος που με την εργασία του παράγει τον κοινωνικό πλούτο και δικαιούται να διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο από αυτόν, καλύτερες συνθήκες ζωής και πραγματική πολιτική δύναμη.
Δεν χρειάζεται σωτήρες που θα μιλούν εξ ονόματός του. Χρειάζεται φωνή, δικαιώματα και συλλογική δύναμη.
Η πραγματική δημοσιογραφία δεν προσκυνά
Η δημοσιογραφία που έχει ανάγκη η κοινωνία δεν είναι ούτε η κυβερνητική προπαγάνδα ούτε η επιφανειακή αντιπολίτευση των τηλεοπτικών παραθύρων.
Είναι μια δημοσιογραφία που ερευνά χωρίς να προσκυνά την πολιτική και οικονομική εξουσία. Που αντιμετωπίζει την εργασία ως κοινωνική αξία και όχι απλώς ως κόστος για τις επιχειρήσεις. Που ελέγχει τις κυβερνήσεις, τις τράπεζες, τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους και τις στρατιωτικές συμμαχίες με τα ίδια αυστηρά κριτήρια.
Που δεν βαφτίζει κάθε στρατιωτική επέμβαση «ανθρωπιστική», ούτε αντιμετωπίζει την αύξηση των εξοπλισμών ως αυτονόητη απάντηση σε κάθε διεθνή κρίση.
Που δεν περιορίζεται να περιγράφει τη φτώχεια, αλλά εξετάζει τις πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που την αναπαράγουν.
Που δεν αντιμετωπίζει τον καπιταλισμό ως φυσικό νόμο και τις ανάγκες των αγορών ως αδιαπραγμάτευτες εντολές.
Πάνω απ’ όλα, που δεν συγχέει την προσωπική δημοσιότητα με την κοινωνική προσφορά.
Γιατί η πραγματική δημοσιογραφική ανεξαρτησία δεν αποδεικνύεται με συγκινητικούς μονολόγους, τηλεοπτικές εκρήξεις και μεγαλόστομες διακηρύξεις.
Αποδεικνύεται όταν ο δημοσιογράφος είναι διατεθειμένος να ερευνήσει ακόμη και εκείνους από τους οποίους εξαρτάται επαγγελματικά.
Και αυτή είναι μια πολύ δυσκολότερη δοκιμασία από το να καταγγέλλει καθημερινά τους πολιτικούς αντιπάλους του.
Το κεφάλαιο δεν φοβάται ιδιαίτερα εκείνους που διαμαρτύρονται μπροστά στις κάμερες, όσο η διαμαρτυρία τους παραμένει ένα ακόμη προϊόν προς κατανάλωση.
Αυτό που μπορεί πραγματικά να απειλήσει την κυριαρχία του είναι μια κοινωνία ενημερωμένη, οργανωμένη και ικανή να αμφισβητεί τις σχέσεις εξουσίας.
Και αυτός είναι ο λόγος που η ανεξάρτητη, ερευνητική και κοινωνικά υπεύθυνη δημοσιογραφία παραμένει τόσο αναγκαία.
Γιατί δεν μπορείς να παριστάνεις τον υπερασπιστή των καταπιεσμένων, αν αρνείσαι να εξετάσεις το σύστημα που τους καταπιέζει.
Δεν μπορείς να μιλάς για ειρήνη, αν αντιμετωπίζεις τους πολέμους των ισχυρών ως αναπόφευκτους.
Και δεν μπορείς να παρουσιάζεσαι ως εχθρός της εξουσίας, όταν η κριτική σου σταματά εκεί όπου αρχίζουν τα συμφέροντα που δεν τολμάς να αγγίξεις.
Η κοινωνία δεν χρειάζεται άλλους αυλικούς με προοδευτικό προσωπείο.
Χρειάζεται δημοσιογραφία που να στέκεται απέναντι στην εξουσία — όχι να της προσφέρει ένα πιο συμπαθητικό πρόσωπο.