ΝΑΤΟποίηση Κυπριακού: Οι ιμπεριαλιστικοί σχεδιασμοί πίσω από τη νέα συνάντηση 5+1 που ανακοίνωσε ο Γκουτέρες

aggelioforos

Του Κώστα Γουλιάμου, τακτικού μέλους της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών, πρώην Πρύτανη του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου

Οι δηλώσεις του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ στην Κύπρο εντάσσονται στο κυρίαρχο ιδεολογικό πλαίσιο των ευρωατλαντικών ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών στην Ανατολική Μεσόγειο. Από τη μια πλευρά, επιστρατεύεται η ρητορική του φόβου, με την προειδοποίηση ότι, εάν δεν υπάρξει λύση στο Κυπριακό, «η Κύπρος θα γίνει πολύ πιο ευάλωτη στους κινδύνους» μιας ολοένα πιο ασταθούς περιοχής. Η επίκληση μιας επερχόμενης απειλής επιδιώκει να δημιουργήσει αίσθημα επείγοντος και να παρουσιάσει την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων ως τη μοναδική πολιτικά αποδεκτή επιλογή.

Παράλληλα, η θέση του ότι μια συμφωνία θα επιφέρει «σημαντικό σταθεροποιητικό αποτέλεσμα στην περιοχή» αναπαράγει το κυρίαρχο ιδεολόγημα της «σταθερότητας». Στη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, όμως, η σταθερότητα δεν αποτελεί ουδέτερη ή υπερταξική έννοια. Αντανακλά τον εκάστοτε διεθνή συσχετισμό δυνάμεων και υπηρετεί τη διαχείριση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών προς όφελος των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών. Στην περίπτωση της Ανατολικής Μεσογείου, ταυτίζεται με τη διασφάλιση των γεωπολιτικών, ενεργειακών και στρατιωτικών σχεδιασμών ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι με την ικανοποίηση των πραγματικών συμφερόντων του κυπριακού λαού.

Η επιχειρηματολογία αυτή μόνο νέα δεν είναι. Από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα, Γενικοί Γραμματείς του ΟΗΕ, από τον Μπούτρος Μπούτρος-Γκάλι έως τον Κόφι Ανάν και τον Αντόνιο Γκουτέρες, καθώς και οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι κυρίαρχες αστικές πολιτικές δυνάμεις σε Ελλάδα και Κύπρο, προβάλλουν συστηματικά το ίδιο δίπολο: φόβος απέναντι στην «αστάθεια» και υπόσχεση «σταθερότητας» μέσω μιας συμφωνημένης διευθέτησης. Το ίδιο ιδεολογικό σχήμα κυριάρχησε και κατά την προώθηση του αγγλικής έμπνευσης Σχεδίου Ανάν, όταν η αποδοχή του προβλήθηκε ως προϋπόθεση ειρήνης, ασφάλειας και ευημερίας στην περιοχή.

Η λενινιστική θεωρία προσφέρει το αναγκαίο ερμηνευτικό πλαίσιο για την κατανόηση αυτής της ρητορικής. Στον «Ιμπεριαλισμό, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», ο Λένιν υπογράμμιζε ότι οι διεθνείς συμφωνίες και οι προσωρινοί συμβιβασμοί μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων δεν καταργούν τον ανταγωνισμό τους, αλλά αποτελούν μορφές εκδήλωσής του. Αντίστοιχα, η έννοια της ηγεμονίας του Γκράμσι αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο τα ιδιαίτερα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης προβάλλονται ως δήθεν καθολικό συμφέρον. Έτσι, η επίκληση της «σταθερότητας» λειτουργεί ως ιδεολογικός μηχανισμός κατασκευής συναίνεσης, ενώ η φοβική ρητορική δημιουργεί το κατάλληλο ψυχολογικό υπόβαθρο ώστε ένας νέος γύρος συνομιλιών να εμφανίζεται ως ιστορική αναγκαιότητα και όχι ως συγκεκριμένη πολιτική επιλογή.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι παρεμβάσεις του Γενικού Γραμματέα δεν μπορούν να ιδωθούν ως ουδέτερες διπλωματικές εκκλήσεις. Ερμηνεύονται ως μέρος της προσπάθειας διαμόρφωσης του αναγκαίου πολιτικού και ιδεολογικού περιβάλλοντος για την επιτάχυνση ενός νέου κύκλου διαπραγματεύσεων στη βάση των ευρωατλαντικών επιδιώξεων. Η επίκληση του φόβου συμπληρώνεται από το δόγμα της «σταθερότητας», παρουσιάζοντας τη διευθέτηση του Κυπριακού ως προϋπόθεση για την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου, ενώ στην πραγματικότητα, κατά τη συγκεκριμένη ανάλυση, υπηρετεί τη νομιμοποίηση των αγγλοαμερικανικών και ευρωνατοϊκών στρατηγικών σχεδιασμών στην περιοχή.

Εξάλλου, η στρατηγική συνεργασία ΟΗΕ–ΝΑΤΟ, η οποία από το 2008 αποτελεί σταθερό πλαίσιο συντονισμού και θεσμικής συνεργασίας μεταξύ των δύο οργανισμών, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το συσχετισμό ισχύος των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Η δε συνεργασία τους στη συνολικότερη ευρωατλαντική στρατηγική για την Ανατολική Μεσόγειο αποτυπώνει και τον οδοδείκτη βάσει του οποίου αναπτύσσονται παρεμβάσεις, συναντήσεις και πρωτοβουλίες. Υπό αυτή το πρίσμα, οι εξελίξεις στο Κυπριακό δεν συνιστούν μια αποσπασματική ή/και απομονωμένη διαδικασία επίλυσης μιας διεθνούς διαφοράς, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών και ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών. Ανταγωνισμών και σχεδιασμών που συνδέονται με τις ιμπεριαλιστικές προτεραιότητες της ευρωατλαντικής αρχιτεκτονικής “ασφάλειας” στην Ανατολική Μεσόγειο.

Επομένως, η πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για νέα συνάντηση 5+1 δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως μια διαδικαστική επανεκκίνηση των συνομιλιών. Το αντίθετο, αξιοποιεί το αφήγημα περί ΝΑΤΟϊκής «σταθερότητας» στην περιοχή ως μοχλό επιτάχυνσης για μια νέα διαπραγματευτική διαδικασία με άξονα τις συνομοσπονδιακές λύσεις ή τα δύο συνιστώντα κράτη, λειτουργικά ενταγμένα στο ΕυρωΝΑΤΟϊκό σύστημα.

Σε αυτή την κατεύθυνση έχει συναινέσει σημαντικό τμήμα της κυπριακής αστικής τάξης και των πολιτικών δυνάμεων που υπερασπίζονται τη διαχείριση του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης. Οι δυνάμεις αυτές επιχειρούν να συγκαλύψουν την ταξική διάσταση των επιλογών τους, παρουσιάζοντας τα συμφέροντα των εργαζομένων ως ταυτόσημα με την ΝΑΤΟϊκή «σταθερότητα», την καπιταλιστική ανάπτυξη, την κερδοφορία των μονοπωλιακών ομίλων και την ιμπεριαλιστική δήθεν ασφάλεια. Γεγονός που μετατρέπει την Κύπρο σε ακόμη πιο επικίνδυνο κρίκο και στόχο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ΟΗΕ δεν λειτουργεί ως θεσμός υπεράνω των διεθνών ανταγωνισμών, αλλά ως οργανισμός που δρα εντός του συγκεκριμένου συσχετισμού δυνάμεων, προσδίδοντας θεσμικό μανδύα και πολιτική νομιμοποίηση στις επιλογές του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού.

Γι` αυτό η εργατική τάξη και οι εργαζόμενοι στην Κύπρο επιβάλλεται, αφενός να απορρίψουν αποφασιστικά τη ρητορική του φόβου, αφετέρου να μην παγιδευτούν στους εκβιασμούς σε λύσεις – ανοιχτής ή συγκαλυμμένης – διχοτόμησης.

Share This Article