Τη μη ενεργοποίηση της περιβόητης «ρήτρας διαφυγής», της προσωρινής απόκλισης δηλαδή από τα δημοσιονομικά όρια της ΕΕ, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν μέτρα για το κόστος των καυσίμων και της Ενέργειας, αποφάσισε και το Γιούρογκρουπ μετά την Κομισιόν. Οι αποφάσεις αυτές επιβεβαιώνουν το τεντωμένο σκοινί όπου βαδίζει η οικονομία της ΕΕ και τις σφοδρές αντιθέσεις στο εσωτερικό της.
Σε κάθε περίπτωση η «ρήτρα διαφυγής», που παρουσιάζεται ως πανάκεια σε περιόδους μεγάλων κρίσεων, δεν σκοπεύει στην ανακούφιση του λαού αλλά στη μεγαλύτερη στήριξη του κεφαλαίου. Η περίοδος της πανδημίας προσφέρει πολλά παραδείγματα για το πώς αξιοποιήθηκαν τα δήθεν «μέτρα στήριξης του εισοδήματος» για τη στήριξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας, και για το πώς στο τέλος της ημέρας τα πλήρωσε διπλά και τρίδιπλα από την τσέπη του ο λαός..
Αποκαλυπτικές είναι και οι συστάσεις – «οδηγίες προς ναυτιλλομένους» που εξέδωσε η Κομισιόν για ενδεχόμενες κρατικές παρεμβάσεις στο κόστος της Ενέργειας. Σύμφωνα με αυτές, «οποιοδήποτε μέτρο δεν πρέπει να αυξάνει τη συνολική ζήτηση πετρελαίου και φυσικού αερίου (…) θα πρέπει να είναι συμβατό με τις δεσμεύσεις που απορρέουν από το πλαίσιο δημοσιονομικής εποπτείας της ΕΕ (…) να στοχεύει στους πιο ευάλωτους καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των ενεργοβόρων βιομηχανιών» και «να είναι συνεπές με την πολιτική απανθρακοποίησης».
Η Κομισιόν δεν επιτρέπει ούτε τις λεγόμενες «εθνικές ρήτρες διαφυγής», επειδή αυτές έχουν ήδη ενεργοποιηθεί για άλλες περιπτώσεις, όπως για τις στρατιωτικές δαπάνες. Με δυο λόγια, οι λαοί ματώνουν για τον πόλεμο της αστικής τάξης με κάθε τρόπο και συνδυασμό: Με πανάκριβη Ενέργεια, νέα μέτρα στήριξης των ενεργοβόρων μονοπωλίων, δάνεια για πολεμικές δαπάνες και εξοπλισμούς. Καμία αγωνία δεν μοιράζονται όσοι πληρώνουν τα σπασμένα του πολέμου με αυτούς που τα φορτώνουν στην πλάτη τους. Να τους επιστρέψει ο λαός τον λογαριασμό, παλεύοντας για ουσιαστικά μέτρα στήριξης και ενίσχυσης του εισοδήματος, με προμετωπίδα το σύνθημα «καμία θυσία για τα κέρδη και τους πολέμους των καπιταλιστών».
(Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη»)
