Ο αµερικανικός ιµπεριαλισµός επιχειρεί να εφαρµόσει για τρίτη φορά τα ίδια τεχνάσµατα, για να διασώσει την ηγεµονία του.
Οι κεντροαριστερές ελίτ της ∆ύσης, ακολουθούµενες από ένα τµήµα της «ροζ Aριστεράς», παρουσιάζουν την πολιτική του Ντόναλντ Τραµπ ως ασυνάρτητη, λαϊκίστικη και χωρίς στρατηγικό ορίζοντα.
Η ερµηνεία αυτή ωστόσο δεν είναι παρά υποκριτική, καθώς αποσκοπεί στο να απαλλάξει τον αµερικανικό καπιταλισµό από τα ιµπεριαλιστικά του χαρακτηριστικά.
Στην πραγµατικότητα, η στρατηγική Τραµπ δεν είναι τυχαία ούτε τυχοδιωκτική. Αποτελεί τη συνειδητή επιλογή µιας κυρίαρχης µερίδας της αµερικανικής αστικής τάξης, η οποία αντιλαµβάνεται εδώ και χρόνια τη σχετική παρακµή των ΗΠΑ σε οικονοµικό επίπεδο –µειούµενη κερδοφορία, χαµηλή αύξηση παραγωγικότητας, φθίνουσα ανταγωνιστικότητα– και γνωρίζει ότι η στρατιωτική και η χρηµατοπιστωτική ισχύς από µόνες τους δεν αρκούν για να διατηρήσουν µακροπρόθεσµα την θέση των ΗΠΑ ως παγκόσµιας υπερδύναµης.
Η στρατηγική του στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες.
Πρώτον, σε µια σαφή στροφή προς την Ασία, µε την Κίνα ως κύριο αντίπαλο, σε αντίθεση µε την προηγούµενη τακτική της σταδιακής διάβρωσής της. Ο Τραµπ απορρίπτει την προσέγγιση Μπάιντεν, που επιχειρεί να περικυκλώσει την Κίνα µέσω της Ρωσίας, και επιλέγει την αποµόνωση του κύριου αντιπάλου, ακόµη και µε το κόστος µιας περιορισµένης άρσης της σύγκρουσης µε τη Μόσχα.
∆εύτερον, εγκαταλείπει τη νεοφιλελεύθερη παγκοσµιοποίηση, το ελεύθερο εµπόριο και τις ελεύθερες κινήσεις κεφαλαίων, στρεφόµενος σε προστατευτισµό και κρατικό παρεµβατισµό.
Τρίτον, απορρίπτει τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία και υιοθετεί µια ενεργή βιοµηχανική πολιτική µε σκοπό την επανεκβιοµηχάνιση.
Η οικονοµική πολιτική της κυβέρνησης Τραµπ (και εν µέρει του Μπάιντεν) µπορεί να ιδωθεί ως µια ειρωνική εκδοχή της στρατηγικής «εκβιοµηχάνισης µέσω υποκατάστασης εισαγωγών», που παλαιότερα προτεινόταν για τις λιγότερο ανεπτυγµένες χώρες.
Τώρα εφαρµόζεται στις ΗΠΑ. Οι πυλώνες της είναι τέσσερις: επεκτατική δηµοσιονοµική πολιτική (µε έµφαση στο στρατιωτικό τοµέα), επεκτατική νοµισµατική πολιτική (για χαµηλά επιτόκια), ενεργή βιοµηχανική πολιτική και προστατευτική εµπορική πολιτική µε δασµούς. Παράλληλα, η Ουάσινγκτον επιδιώκει να διατηρήσει την ηγεµονία της στο διεθνές χρηµατοπιστωτικό σύστηµα, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να υποτιµήσει το δολάριο ώστε να τονώσει τις εξαγωγές της. Αυτή η διπλή στρατηγική απαιτεί οι ανταγωνιστές, κυρίως η Κίνα, να µην ανταποδώσουν µε υποτιµήσεις, ώστε να αποφευχθεί ένας καταστροφικός νοµισµατικός πόλεµος. Η Ουάσινγκτον αναζητά µια νέα «Συµφωνία Mαρ-α-Λάγκο», που θα επαναλάβει τα σχέδια της Πλάζα.
Ο στόχος της στρατηγικής αυτής απέναντι στην Κίνα είναι διπλός: να αναγκαστεί το Πεκίνο να ανοίξει περαιτέρω την οικονοµία του σε αµερικανικά κεφάλαια και αγαθά και να µειώσει την παραγωγική του ικανότητα, υπό το πρόσχηµα της «υπερβάλλουσας παραγωγικής ικανότητας». Το δόλωµα είναι µια υποτιθέµενη µεγαλύτερη θέση του ρενµινµπί στα αποθεµατικά νοµίσµατα, αλλά όχι σε βαθµό που να απειλεί το δολάριο, και µια αύξηση της κινεζικής αγοράς αµερικανικού χρέους. Το σχέδιο όµως είναι γεµάτο αντιφάσεις και µάλλον ανέφικτο.
Συνολικά η στρατηγική Τραµπ αποκαλύπτει µια βαθιά ιστορική αφέλεια. Ο αµερικανικός ιµπεριαλισµός επιχειρεί να εφαρµόσει για τρίτη φορά τα ίδια τεχνάσµατα (Smithsonian, Plaza) για να διασώσει την ηγεµονία του. Οµως οι συνθήκες είναι πλέον ριζικά διαφορετικές.
Η Κίνα δεν είναι η Ιαπωνία της δεκαετίας του 1980: διαθέτει στρατιωτική ισχύ, οικονοµικό βάθος, αυτονοµία και, κυρίως, έχει µελετήσει τα λάθη των προκατόχων της. Η υποτίµηση του δολαρίου µάλιστα υπονοµεύει τον ίδιο τον ρόλο του ως παγκόσµιου αποθεµατικού νοµίσµατος – µια αυτοκτονική κίνηση που οι ανταγωνιστές των ΗΠΑ δεν πρόκειται να διευκολύνουν µε µια νέα «Συµφωνία Mαρ-α-Λάγκο».
Η κυριαρχία των ΗΠΑ στο διεθνές χρηµατοπιστωτικό σύστηµα υποχωρεί ραγδαία. Η αποτυχία αυτής της στρατηγικής θα φέρει πιθανότατα ακόµη πιο κοντά το τέλος της αµερικανικής ηγεµονίας, καταδεικνύοντας ότι η παρακµή της είναι βαθύτερη και µη αναστρέψιµη µε τα παλαιά εργαλεία.
ΠΗΓΗ:documento