Το πάρτι των αμύθητων κερδών των ελληνικών συστημικών τραπεζών συνεχίζεται με νέα ρεκόρ, στο φόντο περιπτώσεων σαν αυτή του 73χρονου στην Πετρούπολη που τα «κοράκια» τού πήραν το σπίτι και αναγκάζεται να ζει στο αυτοκίνητό του…
Σύμφωνα, λοιπόν, με την Εκθεση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) της Τράπεζας της Ελλάδας που δημοσιοποιήθηκε χτες:
– Το πρώτο 6μηνο του 2026 οι τράπεζες είχαν καθαρά κέρδη μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες ύψους 2,6 δισ. ευρώ, από 2,42 το αντίστοιχο διάστημα του 2025, αυξημένα κατά 8,2%.
– Τα λειτουργικά έσοδα ενισχύθηκαν κατά 6,8%, με τα καθαρά έσοδα από τόκους να αυξάνονται κατά 5,6%.
– Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αύξηση των καθαρών εσόδων από προμήθειες που έφθασε το 18,5%. Πρόκειται για εκείνα τα άθλια χαράτσια που χρεώνονται στις συναλλαγές των πελατών.
Στο μεταξύ, το 9μηνο του 2026 τα καθαρά κέρδη φτάνουν τα 3,65 δισ. ευρώ, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Eurobank Equities. Επιπλέον, εκτιμάται ότι το δεύτερο εξάμηνο του 2026 αναμένεται να ξεπεράσει σε επιδόσεις το πρώτο, με τα συνολικά έσοδα του εννεαμήνου να προσεγγίζουν τα 9 δισ. ευρώ.
Αυξάνονται τα «κόκκινα» δάνεια
Ενα άλλο ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο που δείχνει ότι τα κέρδη των τραπεζικών ομίλων είναι χτισμένα πάνω στις θυσίες και τα αδιέξοδα των λαϊκών νοικοκυριών, είναι ότι το απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) σε ατομική βάση ανήλθε τον Ιούνιο του 2026 σε 6,2 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 9,3% σε σύγκριση με τον Δεκέμβρη του 2025. Εξέλιξη που σημαίνει ότι προστέθηκαν νέα «κόκκινα» δάνεια που τα χρεωμένα νοικοκυριά δεν μπορούν να αποπληρώσουν. Επιπλέον, ο δείκτης «κόκκινων» δανείων προς το σύνολο των δανείων αυξήθηκε οριακά, στο 3,4% τον Ιούνιο του 2026, από 3,3% στο τέλος του 2025.
Κερασάκι στην τούρτα, η παραδοχή της ΤτΕ ότι «οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό των κεφαλαίων CET1, αν και το μερίδιό τους περιορίστηκε στο 36% τον Ιούνιο του 2026, από 39,7% τον Δεκέμβριο του 2025». Τι σημαίνει αυτό; Οτι μεγάλο ποσοστό των κεφαλαίων είναι πάνω από 35% και αντιπροσωπεύουν φόρους που δεν δόθηκαν ποτέ, αφού από το 2012 δεν δίνεται ούτε ένα ευρώ. Πρόκειται για τον περίφημο «αναβαλλόμενο φόρο» που θεσπίστηκε με το 2ο μνημόνιο και έδωσε τη δυνατότητα στις τράπεζες να μην πληρώνουν φόρο έως το 2040.
Θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης για το μεγάλο κεφάλαιο
Η ΤτΕ στην Εκθεση καταγράφει τους «θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης (σ.σ. της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας), σημαντικά υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης παρά την επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος». Ωστόσο, καταγράφει και τους κινδύνους από την «επιτάχυνση του πληθωρισμού, την άνοδο των τιμών της Ενέργειας και τις γεωπολιτικές εντάσεις, που δημιουργούν νέες προκλήσεις για τις προοπτικές της οικονομικής δραστηριότητας και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα».
Σύμφωνα με όσα παρουσίασε ο Γ. Στουρνάρας, διοικητής της ΤτΕ:
«Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 1,9% το πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι 2,1% την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Παρά την επιβράδυνση, η επίδοση αυτή παραμένει υπερδιπλάσια από τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης της Ευρωζώνης, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 0,9%. Η αγορά εργασίας συνέχισε να αναπτύσσεται, αν και η αύξηση της απασχόλησης πραγματοποιήθηκε με ηπιότερους ρυθμούς σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους».
Σε ό,τι αφορά την ακρίβεια, αναφέρει ότι με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,8% την περίοδο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2026 από 3% την αντίστοιχη περίοδο του 2025, δείχνοντας και αυτό το στοιχείο το κύμα ακρίβειας που παραμένει και σαρώνει το λαϊκό εισόδημα.
Μεγάλοι κίνδυνοι
Στην Εκθεση, βέβαια, δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι αναφορές στους κινδύνους, στις αβεβαιότητες και τη ρευστότητα της κατάστασης που δημιουργεί κινδύνους για το μεγάλο κεφάλαιο. Οπως αναφέρεται: «οι εντεινόμενοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι αποτελούν σημαντικό παράγοντα αβεβαιότητας. Η κλιμάκωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και οι διαταραχές στις διεθνείς ενεργειακές ροές έχουν οδηγήσει σε απότομη αύξηση των διεθνών τιμών της Ενέργειας, επιβαρύνοντας τις αναπτυξιακές προοπτικές και αναζωπυρώνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς.
Παράλληλα, η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων αυξάνει το κόστος αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους, προκαλώντας ανησυχίες κυρίως για τις οικονομίες με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια. Επιβαρύνει επίσης τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων, καθώς αυξάνεται το κόστος άντλησης κεφαλαίων». Στους διεθνείς κινδύνους, η έκθεση προσθέτει τις υψηλές αποτιμήσεις και τη συγκέντρωση των επενδύσεων σε μεμονωμένες μετοχές υψηλής τεχνολογίας και Τεχνητής Νοημοσύνης, που ενισχύουν την πιθανότητα απότομης ανατιμολόγησης των περιουσιακών στοιχείων.
Η ΤτΕ εντοπίζει, ακόμα, «ενδείξεις συσσώρευσης κυκλικών συστημικών κινδύνων σε επιμέρους τομείς της οικονομίας». Και συγκεκριμένα: «Εντοπίζεται η απαρχή συσσώρευσης κινδύνων σε τρία πεδία: τη χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, τις τιμές των οικιστικών ακινήτων και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών». Στο πλαίσιο αυτό, η ΤτΕ τονίζει τη σημασία της κατάλληλης μακροπροληπτικής πολιτικής, προκειμένου να αποτραπεί η συσσώρευση συστημικών κινδύνων και να διατηρηθεί η ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Κέρδη με …ουρά και στα σούπερ μάρκετ
Στο μεταξύ, αύξηση στον τζίρο των σούπερ μάρκετ κατά 6,4%, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, καταγράφηκε μέχρι τις 27 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας «NielsenIQ». Αυτή η αύξηση οφείλεται κυρίως στην αύξηση των τιμών στα φρέσκα τρόφιμα με αύξηση κατά 7,5% όσο, κυρίως, στα τυποποιημένα τρόφιμα και ποτά που κατέγραψαν αύξηση του 5,8%.
Επίσης, σε σχέση με τους τύπους καταστημάτων που σημείωσαν τους μεγαλύτερους τζίρους, τα υπερμάρκετ συνεχίζουν να καταγράφουν αύξηση στο +8,5%. Αλλά τον πιο μεγάλο ρυθμό ανάπτυξης εμφάνισαν οι Superettes (καταστήματα μεταξύ 100 – 400 τ.μ.) στο +8,8%, γεγονός που υποδηλώνει πιθανότητα να μεταφέρονται σε αυτόν τον τύπο καταστημάτων πωλήσεις από το «παραδοσιακό» κανάλι, δηλαδή καταστήματα ψιλικών και περίπτερα. Με το μεγάλο ψάρι δηλαδή να τρώει το μικρό…
(Αναδημοσιεύεται από το τετρασέλιδο «Διεθνή & Οικονομία» του «Ριζοσπάστη» 23/10/2026)