«Ασφυκτιούμε από το ενεργειακό κόστος»

aggelioforos

Κραυγή αγω­νίας από εκπρο­σώ­πους κρε­ο­πω­λών και αρτο­ποιών για τους λογα­ρια­σμούς που έχουν οδη­γήσει σε χιλιάδες λου­κέτα.

Την ώρα που ο Κυριάκος Μητσο­τάκης προ­βάλ­λει την οικο­νο­μική πολι­τική του ως «θεμέλιο» για μια «καλύτερη ζωή», οι μικροί και μεσαίοι επι­χει­ρη­μα­τίες στε­νάζουν κάτω από υψη­λές δαπάνες ενέρ­γειας, αντι­με­τω­πίζο­ντας πλέον σοβαρό πρόβλημα επι­βίω­σης.

«Οι μικρές επι­χει­ρήσεις δεν ζητάμε προ­νόμια. Ζητάμε δίκαιους όρους λει­τουρ­γίας. Να μπο­ρούμε να εργα­ζόμα­στε και να προ­σφέρουμε ποιο­τικά προϊόντα χωρίς να ασφυ­κτιούμε κάτω από το βάρος του ενερ­γεια­κού κόστους, των πολ­λα­πλών τελών και της υπερ­βο­λι­κής γρα­φειο­κρα­τίας. Οταν στη­ρίζε­ται η μικρή επι­χείρηση, στη­ρίζο­νται η τοπική οικο­νο­μία, η απα­σχόληση και ο ίδιος ο κατα­να­λω­τής».

Με αυτά τα λόγια επέλεξε να κλείσει τη συνο­μι­λία του με το Documento ο Θοδω­ρής Ρούσ­σος, πρόε­δρος της Ενω­σης Λια­νο­πω­λη­τών Κατα­στη­μα­ταρ­χών Κρε­ο­πω­λών Αθήνας – Αττι­κής «Οι Ταξιάρ­χες», μιλώ­ντας για το κόστος της ενέρ­γειας που έχει κατα­λήξει να απο­τε­λεί θηλιά για χιλιάδες μικρές και μεσαίες επι­χει­ρήσεις στην Ελλάδα.

Παρόμοια κραυγή αγω­νίας εκφράζουν πολ­λοί συνάδελ­φοί του και από άλλους κλάδους, όπως είναι οι αρτο­ποιοί. Την ώρα που η κυβέρ­νηση προ­βάλ­λει τα κατο­ρθώ­ματά της στην οικο­νο­μία και οι οικο­νο­μι­κές στήλες των εφη­με­ρίδων γεμίζουν με ειδήσεις σχε­τικά με τα μεγάλα σχέδια και τα μυθικά κέρδη των ενερ­γεια­κών ομίλων, το ρεύμα που πλη­ρώ­νει ένας συνοι­κια­κός φούρ­νος έχει αυξη­θεί από την έναρξη της ενερ­γεια­κής κρίσης μέχρι σήμερα έως και 249%.

Ενερ­γεια­κός βρόχος

Σύμ­φωνα με την Ελι­σάβετ Κου­κου­μέρια, πρόε­δρο της Ομο­σπον­δίας Αρτο­ποιών Ελλάδος: «Αυτό πρα­κτικά σημαίνει ότι ένα αρτο­ποιείο που είχε έναν μέσο όρο μηνιαίου λογα­ρια­σμού 1.000 ευρώ έφτασε –κάποια στιγμή– να πλη­ρώ­νει σχε­δόν 4.000. Μαζί με όσα είχαν προη­γη­θεί δημιουρ­γήθηκε σωρεία χρεών». Πολ­λοί συνάδελ­φοί της δεν κατάφε­ραν να αντε­πε­ξέλθουν. «Μέχρι σήμερα έχουν κλείσει 1.200 αρτο­ποιεία σε όλη την Ελλάδα».

Η Ελ. Κου­κου­μέρια ακτι­νο­γρα­φεί τον ενερ­γειακό βρόχο για τον κλάδο της. Πριν από την κρίση η μέση τιμή της κιλο­βα­τώ­ρας για τους φούρ­νους ήταν 9 λεπτά. «Σήμερα είμαι απόλυτα πεπει­σμένη ότι αυτή η τιμή δεν θα επα­νέλθει ποτέ».

Επειτα από συμ­φω­νία της ομο­σπον­δίας με κάποιους από τους παρόχους, μέσω συγκε­κρι­μένων προ­γραμ­μάτων, η τελική τιμή της κιλο­βα­τώ­ρας σε στα­θερό τιμο­λόγιο έφτασε σχε­δόν τα 13 λεπτά. «Αρα αυτό σημαίνει ότι το αρτο­ποιείο που ήθελε κάποτε 1.000 ευρώ μηναίως για να λει­τουρ­γήσει αυτήν τη στιγμή θέλει 2.000. Προ­φα­νώς αυτό το ενερ­γειακό κόστος δεν μετα­κυ­λίστηκε στο προϊόν, διότι τότε η τιμή του ψωμιού θα ήταν τέτοια που θα ήταν απα­γο­ρευ­τικό για τον κόσμο να το αγο­ράσει».

INTIME

Ανε­παρ­κής στήριξη

Για την ελλη­νική κυβέρ­νηση η αύξηση των λου­κέτων στον κλάδο ήταν απο­τέλε­σμα είτε συντα­ξιο­δότη­σης είτε φυσι­κής κατα­νο­μής της αγο­ράς. Μάλι­στα, όταν το 2022, χρο­νιά που άρχισε να εκδη­λώ­νε­ται δυνα­μικά το φαι­νόμενο, ζητήθη­καν εξη­γήσεις, ο Κώστας Σκρέκας, τότε υπουρ­γός Ενέρ­γειας, δήλωνε ότι η κατάσταση είναι δια­χει­ρίσιμη και ότι η κυβέρ­νηση στη­ρίζει τον κλάδο.

Δεν φαίνε­ται όμως να συμ­φω­νούν μαζί του οι επαγ­γελ­μα­τίες. Ενδει­κτικό της απου­σίας του κράτους στην προ­σπάθειά τους να επι­βι­ώ­σουν είναι το γεγο­νός ότι, ενώ οι επι­δο­τήσεις ολο­κλη­ρώ­θη­καν τον Φεβρου­άριο του 2025, οι ίδιοι έχουν καταγ­γείλει στο Documento πως ακόμη και οκτώ μήνες μετά «σε πολ­λές περι­πτώ­σεις δεν είχαν κατα­βλη­θεί τα χρήματα».

Πρόκει­ται για τα μέτρα που ανα­κοίνωσε στις 25 Απρι­λίου 2025 το υπουρ­γείο Ενέρ­γειας και όρι­ζαν ότι «ο κλάδος με κύρια δρα­στη­ριότητα αρτο­ποιείων – παρα­γω­γής νωπών και δια­τη­ρούμε­νων ειδών ζαχα­ρο­πλα­στι­κής δικαιούνται πρόσθε­της επι­δότη­σης –των 20€/Mwh– με το ύψος της επι­δότη­σης να ανέρ­χε­ται σε 0,04€/Mwh ή 40€/Mwh για το σύνολο της κατα­νάλω­σης, κατά την περίοδο κατα­νάλω­σης».

Για την κρα­τική στήριξη η Ελ. Κου­κου­μέρια λέει στο Documento: «Υπήρξε βοήθεια και ήταν ποσο­τικά περισ­σότερη από αυτήν που δέχτη­καν άλλοι κλάδοι, καθώς κρι­θήκαμε ενερ­γο­βόρες επι­χει­ρήσεις. Παρ’ όλα αυτά η επι­δότηση ήταν 4 λεπτά στην κιλο­βα­τώρα».

Πέρα από αυτά τα μέτρα δεν υπήρ­ξαν άλλα έως σήμερα, ανα­φέρει η ίδια, παρά τον πόλεμο στη Μέση Ανα­τολή που σκα­μπα­νε­βάζει τις τιμές του πετρε­λαίου, το οποίο χρη­σι­μο­ποιούν οι φούρ­νοι κυρίως της περι­φέρειας. Σύμ­φωνα με την πρόε­δρο της Ομο­σπον­δίας Αρτο­ποιών Ελλάδος, η κατάσταση είναι δυσκο­λότερη στα νησιά. «Το κόστος ενέρ­γειας είναι μία εξίσωση για δύσκο­λους λύτες».

Αγορά δύο ταχυ­τήτων

Μετά την έναρξη της επίθε­σης των ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν και τη δια­τα­ραχή στις αγο­ρές ενέρ­γειας, η κυβέρ­νηση ανα­κοίνωσε δέσμη 25 παρεμ­βάσεων (5,3 δισ. ευρώ) προ­βλέπο­ντας μεταξύ άλλων ένα πρόγραμμα «Εξοι­κο­νομώ» (394 εκατ.) για 10.000 πολύ μικρές επι­χει­ρήσεις με υψηλό κόστος λει­τουρ­γίας. Λίγο αργότερα ανα­κοίνωσε πρόσθετα μέτρα συνο­λι­κού ύψους 700 εκατ. ευρώ για βιο­μη­χα­νι­κές και βιο­τε­χνι­κές επι­χει­ρήσεις.

Οι ανα­κοι­νώ­σεις προ­έβλε­παν 100 εκατ. ευρώ τον χρόνο για μια πεντα­ε­τία και 200 εκατ. ευρώ σε πράσι­νες δράσεις. Την παράσταση της κυβερ­νη­τι­κής… γαλα­ντο­μίας έσπασε η Γενική Συνο­μο­σπον­δία Επαγ­γελ­μα­τιών Βιο­τε­χνών Εμπόρων Ελλάδος (ΓΣΕΒΕΕ). Με επι­στολή της (8/4) στον υπουργό Ανάπτυ­ξης Τάκη Θεο­δω­ρι­κάκο εξέφρασε τον προ­βλη­μα­τι­σμό της σχε­τικά με τη δέσμη μέτρων.

Η ΓΣΕΒΕΕ δια­πίστωνε ότι οι μικρές και πολύ μικρές επι­χει­ρήσεις, ακόμη και εκείνες με υψηλή ενερ­γειακή ένταση, είτε απο­κλείο­νται είτε ωφε­λούνται σε εξαι­ρε­τικά περιο­ρι­σμένο βαθμό από τα συγκε­κρι­μένα μέτρα. «Δυστυ­χώς η υφι­στάμενη προ­σέγ­γιση δημιουρ­γεί μια αγορά δύο ταχυ­τήτων, αφήνο­ντας εκτε­θει­μένο το μεγα­λύτερο μέρος του παρα­γω­γι­κού ιστού της χώρας» ανα­φε­ρόταν στην επι­στολή της συνο­μο­σπον­δίας.

Πέρα από τις κυβερ­νη­τι­κές εξαγ­γε­λίες, η κατάσταση που βιώ­νουν οι μικρο­με­σαίες επι­χει­ρήσεις φαίνε­ται στα λόγια του Θοδ. Ρούσ­σου. Ενα μέσο κρε­ο­πω­λείο, λέει στο Documento, κατα­να­λώ­νει κατά μέσο όρο 2.000-4.000 κιλο­βα­τώ­ρες τον μήνα. «Αυτό μετα­φράζε­ται σε λογα­ρια­σμούς μόνο για το ρεύμα κοντά στα 600 ευρώ».

Το ζήτημα όμως είναι ότι μαζί με την κατα­νάλωση οι λογα­ρια­σμοί ρεύμα­τος περι­λαμ­βάνουν κι άλλες χρε­ώ­σεις. «Ετσι κάθε μήνα ένας κρε­ο­πώ­λης θα πρέπει να κατα­βάλει 1.2001.500 ευρώ κατά μέσο όρο. Εχουμε φτάσει πλέον να πλη­ρώ­νουμε λογα­ρια­σμούς στο ύψος ενός μισθού. Οπότε πρόκει­ται για ένα σοβαρό έξοδο για κάθε κατα­στη­μα­τάρχη».

Από εκεί και πέρα το ερώ­τημα που προ­κύπτει είναι αν και σε ποιο βαθμό αυτά τα κόστη πέρα­σαν στον κατα­να­λωτή. Οπως εξη­γεί ο Θοδ. Ρούσ­σος, όσο οι αυξήσεις στο ενερ­γειακό κόστος δεν ξεπερ­νούσαν το 30% αυτό δεν συνέβη. «Ωστόσο, όταν ξαφ­νικά η αύξηση άγγιξε το 50-60%, ανα­γκα­στικά κάναμε μία μικρή αύξηση, όπως όλοι οι κλάδοι».

Ζήτημα δημόσιας υγείας

Υπάρ­χει όμως μια κρίσιμη λεπτο­μέρεια για τη λει­τουρ­γία ενός κρε­ο­πω­λείου σε σχέση με άλλες επι­χει­ρήσεις, σύμ­φωνα με τον Θοδ. Ρούσσο. Για τον κλάδο του η ενέρ­γεια απο­τε­λεί παράγο­ντα ζωτι­κής σημα­σίας για τη σύγ­χρονη λει­τουρ­γία των επι­χει­ρήσεων: «Το κρε­ο­πω­λείο δεν μπο­ρεί να λει­τουρ­γήσει δια­φο­ρε­τικά. Εχουμε τα ψυγεία, τους κατα­ψύκτες, τους ψυκτι­κούς θαλάμους, τα κλι­μα­τι­στικά. Ολα αυτά δου­λεύουν σε εικο­σι­τε­τράωρη βάση».

Εκτός αυτού τίθε­νται ζητήματα δημόσιας υγείας: «Εάν δεν υπάρ­ξει σωστή ψυκτική αλυ­σίδα, το κρέας είναι ακα­τάλ­ληλο προς βρώση. Αρα δεν είναι μόνο ότι θα έχω προς διάθεση ένα προ­βλη­μα­τικό προϊόν, αλλά και οι επι­πτώ­σεις που μπο­ρεί να έχει στη δημόσια υγεία».

Τέλος, από την πλευρά του σκια­γρα­φεί την ελλιπή στήριξη της πολι­τείας. «Οταν έπρεπε να κατα­βάλλω από 1.000-1.200 ευρώ τον μήνα και η επι­δότηση που πήραμε πέρσι ήταν μόλις 150 ευρώ, ποιο πρόβλημα μπο­ρούσε να επι­λυ­θεί; Μάλι­στα τη στιγμή που όλη η χώρα έχει γεμίσει με φωτο­βολ­ταϊκά πάρκα και ανε­μο­γεν­νήτριες. Το κόστος θα έπρεπε να είναι μηδε­νικό».

Τη μεγάλη εικόνα της οικο­νο­μι­κής ασφυ­ξίας για τους μικρο­με­σαίους επαγ­γελ­μα­τίες συνθέτει από την πλευρά του ο προϊστάμε­νος της Μονάδας Ερευ­νας, Ανάλυ­σης και Τεκμη­ρίω­σης του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ Γιώρ­γος Θανόπου­λος. Οπως λέει στο Documento: «Το ενερ­γειακό κόστος προ­φα­νώς είναι πρόβλημα γιατί έχει αυξη­θεί πάρα πολύ τα τελευ­ταία τέσ­σερα χρόνια». Επι­σήμανε δε ότι υπάρ­χουν κλάδοι που είναι πιο ενερ­γο­βόροι, όπως οι αρτο­ποιοί, που επη­ρε­άζο­νται περισ­σότερο.

Ο ίδιος χρο­νο­λόγησε την αύξηση του κόστους ενέρ­γειας λίγο πριν από την έναρξη του ρωσο­ου­κρα­νι­κού πολέμου (2022). Μάλι­στα σημείωσε ότι πρώτα κατέγρα­ψαν την αύξηση των τιμών (λόγω της μετα­κύλι­σης του κόστους) και μετά διε­ρεύνη­σαν το λει­τουρ­γικό κόστος. «Οσο κατα­γράφαμε το φαι­νόμενο, για τέσ­σερα συνα­πτά εξάμηνα μέχρι και το 2023, η αύξηση είχε φτάσει σχε­δόν το 80%. Είναι χαρα­κτη­ρι­στικό ότι εκείνη την περίοδο εκτι­νάχτηκε και το ποσο­στό των απλήρω­των λογα­ρια­σμών ρεύμα­τος».

Τρία χρόνια μετά και μέχρι την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανα­τολή το ποσο­στό της αύξη­σης μει­ώ­θηκε, ωστόσο παρέμεινε σε δυσβάστα­κτο για τις μικρο­με­σαίες επι­χει­ρήσεις επίπεδα. «Το κόστος λει­τουρ­γίας έχει αυξη­θεί γύρω στο 40% για τις μικρο­με­σαίες επι­χει­ρήσεις. Στην επόμενη μέτρηση που θα κάνουμε το καλο­καίρι δεν ξέρω τι θα δούμε».

Παγίδα χρέους

Το βάρος του κόστους ενέρ­γειας φαίνε­ται να το επω­μίζο­νται οι πολύ μικρές επι­χει­ρήσεις, που δεν έχουν προ­σω­πικό κι εκείνες με προ­σω­πικό έως εννέα άτομα, σύμ­φωνα με τον Γ. Θανόπουλο: «Αυτές οι επι­χει­ρήσεις απο­τε­λούν την πλειο­νότητα των επι­χει­ρήσεων στην Ελλάδα, αντι­προ­σω­πεύο­ντας γύρω στο 90% των επι­χει­ρήσεων. Αυτές είναι που έχουν τα μεγα­λύτερα ζητήματα, καθώς κου­βα­λούν και βάρη του παρε­λθόντος. Είναι χαρα­κτη­ρι­στικό ότι μία στις τέσ­σε­ρεις επι­χει­ρήσεις έχει μία καθυ­στε­ρη­μένη ή ληξι­πρόθε­σμη οφειλή».

Θα μπο­ρούσε, σύμ­φωνα με τον Γ. Θανόπουλο, να υπάρ­ξει κυβερ­νη­τική παρέμ­βαση με την επα­να­φορά της ρύθμι­σης των 120 δόσεων που είχε γίνει το 2019: «Οι οφει­λές πολ­λών επι­χει­ρήσεων είναι έως 10.000 ευρώ, ενώ μία στις δέκα έχει ληξι­πρόθε­σμους λογα­ρια­σμούς ενέρ­γειας. Με μία τέτοια ρύθμιση θα μπο­ρούσαν να ξεφύγουν από την παγίδα χρέους όπου βρίσκο­νται τώρα».

Καμία προ­στα­σία για τις μικρές επι­χει­ρήσεις

Για την έλλειψη αντι­στα­θμι­στι­κών οφε­λών που «προ­στα­τεύουν τις αντίστοι­χες επι­χει­ρήσεις στην υπόλοιπη Ευρώπη» κάνει λόγο ο Κώστας Μελάς, διδάσκων Διε­θνή Χρη­μα­το­οι­κο­νο­μική και Τρα­πε­ζική στο Πάντειο Πανε­πι­στήμιο, στο Documento. Προς επίρ­ρωση του αρχι­κού ισχυ­ρι­σμού του φέρ­νει ως παράδειγμα την απου­σία διμε­ρών συμ­βο­λαίων: «Στην Ευρώπη οι επι­χει­ρήσεις κλείνουν στα­θερά μακρο­χρόνια συμ­βόλαια με παρα­γω­γούς πράσι­νης ενέρ­γειας».

Στη χώρα μας όμως μόνο οι μεγάλες βιο­μη­χα­νίες έχουν αυτήν τη δυνα­τότητα, ανα­φέρει, καθώς οι μικρότε­ρες επι­χει­ρήσεις δεν έχουν μεγάλο όγκο για να μπο­ρέσουν να υπο­γράψουν τέτοια συμ­βόλαια. Σημει­ώ­νει ακόμη ότι επι­βα­ρυ­ντι­κός παράγο­ντας για τη μικρή σε σχέση με τα ευρω­παϊκά δεδο­μένα επι­χει­ρη­μα­τι­κότητα στην Ελλάδα είναι η μεγάλη εξάρ­τηση από το Χρη­μα­τι­στήριο Ενέρ­γειας. Θα μπο­ρούσε να υπάρ­ξει αντι­στροφή της κατάστα­σης αν υπήρχε πολι­τική βούληση, λέει ευθέως ο Κ. Μελάς. Τέτοια παρα­δείγ­ματα είναι η Ισπα­νία και η Γαλ­λία που στη­ρίζουν τη δημιουρ­γία επι­χει­ρη­μα­τι­κών κοι­νο­πρα­ξιών. «Πολ­λές μικρές επι­χει­ρήσεις, όπως φούρ­νοι, μικρές βιο­τε­χνίες κ.λπ., ενώ­νο­νται και –με το κράτος ως εγγυ­ητή– αγο­ράζουν από κοι­νού ενέρ­γεια σε στα­θερή τιμή για πέντε δέκα χρόνια». Η Γερ­μα­νία πάλι έχει θέσει ανώ­τατα όρια τιμών ή φρένο τιμών. Ετσι προ­στα­τεύε­ται η βιω­σι­μότητα της εται­ρείας, αλλά ταυ­τόχρονα δίνε­ται κίνη­τρο για εξοι­κο­νόμηση ενέρ­γειας.

Οπως σημει­ώ­νει ο Κ. Μελάς, στην Ελλάδα θα μπο­ρούσαν να υπάρ­ξουν πολι­τι­κές στήρι­ξης, βασι­σμένες στις μεγάλες ποσότη­τες πράσι­νης ενέρ­γειας που παράγε­ται μέσω ΑΠΕ. Παρ’ όλα αυτά δεν συμ­βαίνει κάτι τέτοιο λόγω έλλει­ψης υπο­δο­μών απο­θήκευ­σης ενέρ­γειας. Ετσι το κόστος ενέρ­γειας μετα­κυ­λίε­ται άμεσα και με απόλυτη γραμ­μι­κότητα τόσο στα νοι­κο­κυ­ριά όσο και στις επι­χει­ρήσεις. Οι τελευ­ταίες δε, σημει­ώ­νει ο Κ. Μελάς, είναι αδύνα­τον να το διο­χε­τεύσουν κατά 100% στα τελικά τους προϊόντα χάνο­ντας «και από τις πωλήσεις».

ΠΗΓΗ:documento

Share This Article