Λίγες ημέρες απομένουν για να «κλειδώσει» η φορολογική εικόνα με βάση την οποία θα υπολογιστεί η επιστροφή ενός ενοικίου σε εκατοντάδες χιλιάδες δικαιούχους. Η 30ή Σεπτεμβρίου αποτελεί την κρίσιμη ημερομηνία για όσους έχουν εκκρεμότητες, καθώς μέχρι τότε μπορούν να προχωρήσουν στις αναγκαίες διορθώσεις ώστε να μην αντιμετωπίσουν προβλήματα κατά την αυτόματη καταβολή της ενίσχυσης.
Η επιστροφή, η οποία θα πιστωθεί στα τέλη Νοεμβρίου, μπορεί να φτάσει τα 800 ευρώ για την κύρια κατοικία, με προσαύξηση 50 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο τέκνο. Πρόσθετη ενίσχυση έως 800 ευρώ προβλέπεται για κάθε φοιτητική κατοικία.
Ο υπολογισμός γίνεται με βάση το ενοίκιο που καταβλήθηκε μέσα στο 2025 και δηλώθηκε στο Ε1 του φορολογικού έτους 2025, δηλαδή στη φορολογική δήλωση που υποβλήθηκε φέτος.
Για την κύρια κατοικία λαμβάνονται υπόψη οι κωδικοί 811-816 και για τη φοιτητική κατοικία τέκνων οι κωδικοί 817-822. Τα στοιχεία διασταυρώνονται με το ηλεκτρονικό μισθωτήριο και τη φορολογική δήλωση του ιδιοκτήτη.
Οι ενοικιαστές θα πρέπει καταρχάς να ελέγξουν εάν στη φορολογική τους δήλωση έχει αποτυπωθεί σωστά ο αριθμός του ηλεκτρονικού μισθωτηρίου και το συνολικό ποσό ενοικίου που κατέβαλαν το 2025.
Εφόσον υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις, υπάρχει δυνατότητα υποβολής τροποποιητικής δήλωσης έως τις 30 Σεπτεμβρίου, χωρίς πρόστιμο όταν η μεταβολή έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και αφορά τα συγκεκριμένα στοιχεία.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις περιπτώσεις όπου μέσα στο 2025 άλλαξε η κατοικία ή τροποποιήθηκε το μισθωτήριο. Θα πρέπει να έχουν καταγραφεί σωστά στο Ε1 οι διαφορετικές περίοδοι μίσθωσης και τα ποσά που αντιστοιχούν σε καθεμία.
Έλεγχος χρειάζεται και στο IBAN που έχει δηλωθεί στο myAADE, καθώς η επιστροφή θα πραγματοποιηθεί αυτόματα και ένας λανθασμένος ή μη επιβεβαιωμένος τραπεζικός λογαριασμός μπορεί να προκαλέσει πρόβλημα στην πίστωση.
Για τις φοιτητικές κατοικίες θα πρέπει να διασταυρωθούν τα στοιχεία του ακινήτου και του εξαρτώμενου τέκνου, ενώ όσοι έχουν προεκκαθαρισμένες δηλώσεις θα πρέπει επίσης να ελέγξουν ότι ο αριθμός μισθωτηρίου και το ποσό του ενοικίου ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα.
Πώς προκύπτει το ποσό της επιστροφής
Η ενίσχυση αντιστοιχεί στο 1/12 της συνολικής ετήσιας δαπάνης ενοικίου που δηλώθηκε στο Ε1. Για παράδειγμα, εάν ένας ενοικιαστής κατέβαλε συνολικά 7.200 ευρώ μέσα στο 2025, δηλαδή 600 ευρώ τον μήνα, η επιστροφή αντιστοιχεί σε 600 ευρώ.
Υπάρχουν, ωστόσο, ανώτατα όρια. Το πλαφόν φτάνει τα 800 ευρώ για δικαιούχο χωρίς παιδιά, τα 850 ευρώ με ένα παιδί και τα 900 ευρώ με δύο παιδιά, ενώ προστίθενται 50 ευρώ για κάθε επιπλέον εξαρτώμενο τέκνο.
Για τη φοιτητική κατοικία προβλέπεται επιπλέον επιστροφή έως 800 ευρώ ανά κατοικία.
Η ΑΑΔΕ θα πραγματοποιήσει διασταυρώσεις μεταξύ τριών πηγών: του Ε1 του ενοικιαστή, του ηλεκτρονικού μισθωτηρίου και της φορολογικής δήλωσης του εκμισθωτή.
Εάν το ποσό που αναγράφεται στο Ε1 του ενοικιαστή είναι μεγαλύτερο τόσο από εκείνο του ηλεκτρονικού μισθωτηρίου όσο και από το ποσό που έχει δηλώσει ο ιδιοκτήτης, θα λαμβάνεται υπόψη το μεγαλύτερο από τα δύο τελευταία ποσά.
Σε κάθε περίπτωση, η επιστροφή δεν μπορεί να ξεπεράσει το 1/12 της ετήσιας δαπάνης που έχει δηλώσει ο ίδιος ο ενοικιαστής στο Ε1.
Τα εισοδηματικά όρια
Για την καταβολή της επιστροφής ισχύουν εισοδηματικά κριτήρια. Το συνολικό οικογενειακό εισόδημα μπορεί να φτάνει:
- έως 25.000 ευρώ για τον άγαμο,
- έως 35.000 ευρώ για τον έγγαμο ή μέρος συμφώνου συμβίωσης, με προσαύξηση 5.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο παιδί,
- έως 39.000 ευρώ για μονογονεϊκή οικογένεια, με επιπλέον 5.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο τέκνο πέραν του πρώτου.
Στον υπολογισμό συνυπολογίζονται τα εισοδήματα του υπόχρεου, του συζύγου ή μέρους συμφώνου συμβίωσης και των εξαρτώμενων τέκνων, ανεξάρτητα από την πηγή τους, καθώς και τα πραγματικά και τεκμαρτά εισοδήματα.
Οι διασταυρώσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και λόγω των κυρώσεων. Όποιος εντοπιστεί να έχει δηλώσει ανακριβή στοιχεία για κύρια ή φοιτητική κατοικία θα κληθεί να επιστρέψει ολόκληρη την ενίσχυση εντόκως, με ετήσιο επιτόκιο 8,76%.
Παράλληλα, θα αποκλείεται από την επιστροφή ενοικίου για τρία χρόνια, γεγονός που καθιστά τον έλεγχο των στοιχείων πριν από την καταληκτική ημερομηνία της 30ής Σεπτεμβρίου ακόμη πιο κρίσιμο.