Στον πόλεμο με το Ιράν, Τραμπ εξαντλεί ένα όπλο πιο ισχυρό από τους αμερικανικούς πυραύλους

KόσμοςΣτον πόλεμο με το Ιράν, Τραμπ εξαντλεί ένα όπλο πιο ισχυρό από τους αμερικανικούς πυραύλους

Του Max Hastings

Την περασμένη εβδομάδα αναφέρθηκε ότι το απόθεμα πυραύλων του Ιράν έχει μειωθεί από περίπου 5.000 σε περίπου 1.000, και ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους εκτοξεύουν πλέον έναν ή δύο πυραύλους Patriot για κάθε εισερχόμενη αεροπορική απειλή, αντί για τις ομοβροντίες που εξαπολύονταν στην αρχή. Με άλλα λόγια, και οι δύο πλευρές αντιμετωπίζουν έλλειψη πυρομαχικών.

Αλλά, μακροπρόθεσμα, η ανησυχία μου είναι η υποβάθμιση – στην πραγματικότητα, η πλήρης εξάντληση – ενός άλλου αμερικανικού όπλου, το οποίο θεωρώ πιο σημαντικό από τα υλικά: η πίστη στην αλήθεια όσων λέει ο ηγέτης των ΗΠΑ στον κόσμο για τον πόλεμο, την ειρήνη και όλα τα υπόλοιπα.

Η κατάσταση φτάνει σε οριακό σημείο όταν ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ισχυρίζεται ότι η κυβέρνησή του διεξάγει ελπιδοφόρες συνομιλίες με τους Ιρανούς, ενώ οι Ιρανοί το αρνούνται, και υπάρχει παγκόσμια αβεβαιότητα σχετικά με το αν πρέπει να γίνει αποδεκτή η δική του εκδοχή ή αυτή που παρουσιάζουν οι φανατικοί της Τεχεράνης. Ομοίως, όταν λέει ότι ο πόλεμος “έχει σχεδόν κερδηθεί”, κανείς δεν γνωρίζει αν αυτό αποτελεί προοίμιο για νέο βομβαρδισμό από τις ΗΠΑ, χερσαία εισβολή ή κατάπαυση του πυρός.

Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας οι κυβερνήσεις ενίοτε ψεύδονται, ειδικά σε περιόδους πολέμου. Υπήρχε ένα ρητό μεταξύ των στρατιωτών του Ναπολέοντα, όταν άρχισαν να χάνουν τις μάχες: “Να ψεύδεσαι σαν τα ενημερωτικά δελτία (bulletin)”. Είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους στις επίσημες ενημερώσεις από το Παρίσι.

Ήδη από πριν από δύο αιώνες, επισκέπτες στη Ρωσία παραπονιόντουσαν για τη χρόνια ψευδολογία του λαού της, η οποία παραμένει αμείωτη στην ηγεσία της έως σήμερα. Στα πρώτα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η βρετανική κυβέρνηση δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να καλύψει τις ταπεινωτικές ήττες των στρατευμάτων της.

 Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν σήμαινε τότε, ούτε σημαίνει τώρα, πως δεν έχει σημασία για ένα μεγάλο έθνος να χάνει τη φήμη του ως αξιόπιστο, όπως συνέβη με τις ΗΠΑ επί Τραμπ. Είναι αδύνατο, εν μέσω πολέμου, να ειπωθεί ολόκληρη η αλήθεια. Αλλά έχει μεγάλη αξία το γεγονός ότι η “δική μας πλευρά” – όποια και αν είναι αυτή – πρέπει να είναι πιο αξιόπιστη από τον εχθρό. Σχεδόν κανένας Ευρωπαίος σύμμαχος δεν πιστεύει τον ισχυρισμό του προέδρου, τον ακρογωνιαίο λίθο της επιχειρηματολογίας του για την έναρξη του πολέμου, ότι οι πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν αποτελούσαν άμεση απειλή είτε για το Ισραήλ είτε για τη Δύση. 

Μόλις ξαναδιάβασα ένα μικρό εγχειρίδιο που λάμβανε κάθε Αμερικανός στρατιώτης που αποβιβαζόταν στη Βρετανία κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο είχε εκδοθεί από το Υπουργείο Πολέμου. Μεταξύ άλλων σοφών συμβουλών, έλεγε στους στρατιώτες: “Μπορούμε να νικήσουμε την προπαγάνδα του Χίτλερ με ένα δικό μας όπλο: την απλή, κοινή λογική, την κατανόηση των προφανών αληθειών”. Ομοίως, ο Ουίνστον Τσώρτσιλ και οι υπουργοί του συνειδητοποίησαν ότι ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία τους ήταν η περίφημη φωνή της αλήθειας, το BBC.

Σε αντίθεση με την ψευδαίσθηση που έχουν πολλοί Αμερικανοί, το BBC δεν είναι ένας κρατικός οργανισμός, αλλά μια ανεξάρτητη εταιρεία που διοικείται από διαχειριστές και χρηματοδοτείται από ανταποδοτικά τέλη. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, εκατομμύρια άνθρωποι στην κατεχόμενη Ευρώπη ρίσκαραν την ελευθερία τους για να ακούσουν τις ειδήσεις του. Η ποινή για όσους πιάνονταν από τους Γερμανούς να ακούνε ήταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Οι μαγικές λέξεις με τις οποίες οι εκφραστικοί εκφωνητές του ξεκινούσαν τις εκπομπές τους – “εδώ Λονδίνο” – αντηχούσαν σε ολόκληρο τον κόσμο. Μετά το 1945, αυτή η συνήθεια του BBC παρέμεινε. Δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι, ειδικά στην Αφρική, τη Μέση Ανατολή και σε περιοχές της Ασίας, προτιμούν ακόμη και σήμερα τις ειδήσεις του BBC σε ξένες γλώσσες από τις τοπικές, οι οποίες υπόκεινται σε αυστηρή λογοκρισία από τις δικές τους κυβερνήσεις. Το Voice of America δεν απέκτησε ποτέ το ίδιο κύρος ή φήμη για αμεροληψία, αλλά παρ’ όλα αυτά υπήρξε χρήσιμο και επιδραστικό.

Οι βρετανική και αμερικανική κυβέρνηση έχουν συχνά ασκήσει σφοδρή κριτική στο περιεχόμενο τόσο του BBC όσο και του VOA. Ο Τσώρτσιλ μερικές φορές ξεσπούσε εναντίον της υποτιθέμενης έλλειψης αφοσίωσης του πρώτου. Η Μάργκαρετ Θάτσερ αποδοκίμαζε την, κατά την άποψή της, υπερβολική αμεροληψία του, ειδικά κατά τη διάρκεια του πολέμου των Φώκλαντ το 1982. Στην βρετανική πλευρά του Ατλαντικού, ωστόσο, καμία κυβέρνηση δεν τόλμησε να κάνει κάτι χειρότερο στο BBC από το να διαμαρτύρεται γι’ αυτό. Οι πολιτικοί, συμπεριλαμβανομένου του Τσώρτσιλ, κατανοούσαν την ανεκτίμητη αξία της δεδομένης ακεραιότητάς του.

Οι Ναζί υιοθέτησαν μια αντίθετη προσέγγιση στην προπαγάνδα, προσλαμβάνοντας έναν Αμερικανο-ιρλανδό αποστάτη ονόματι Γουίλιαμ Τζόις για να απευθύνεται στον βρετανικό λαό. Καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου μετέδιδε από το Βερολίνο έναν καθημερινό χείμαρρο ψεμμάτων, γελώντας χαιρέκακα καθώς τα εκστόμιζε με μια φωνή που τον έκανε γνωστό στον λαό του Τσόρτσιλ ως Λόρδο Χο-Χο (Lord Haw-Haw).

Ένα δελτίο από το Βερολίνο μπορεί να περιλάμβανε αυτού του είδους την ειρωνεία, που βασιζόταν σε ψευδείς ειδήσεις: “Θα πρέπει να ζητήσετε από τον πρωθυπουργό σας να σας πει πού βρίσκεται το αεροπλανοφόρο Illustrious… Εγώ θα σας πω πού βρίσκεται το Illustrious – στον βυθό της θάλασσας, όπου το πλήρωμά του ταΐζει τα ψάρια, μαζί με τόσα άλλα βρετανικά πλοία και τα πληρώματά τους. Οι τορπίλες German, [ή, με την προφορά του, Gairman] τα στέλνουν όλα να ταΐσουν τα ψάρια!”. Ο προκλητικός τόνος δεν διέφερε από εκείνον του Υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, όταν περιέγραφε τη μοίρα των Ιρανών που βομβαρδίζονταν από τις ΗΠΑ.

Δεν είναι ωστόσο σίγουρο αν το να χορεύεις πάνω στους τάφους των εχθρών σου και να υπερβάλλεις με τέτοιο τρόπο για τις δικές σου επιτυχίες εντυπωσιάζει τελικά κανέναν. Οι Βρετανοί έμαθαν να διασκεδάζουν ακούγοντας τις φαντασιώσεις του Λόρδου Χο-Χο, οι οποίες τους χάριζαν ένα πολύ αναγκαίο γέλιο, αν και αυτό δεν τους εμπόδισε να κρεμάσουν τον Τζόις το 1946.

Σήμερα ο Τραμπ επιτίθεται στα όργανα της αλήθειας, ενώ διαδίδει εξόφθαλμα ψέματα, όπως για παράδειγμα τον ισχυρισμό του ότι ένας πύραυλος Tomahawk που φέρεται να χτύπησε ένα σχολείο στην Τεχεράνη ήταν ιρανικός. Επιδιώκει να κλείσει το VOA και έχει ασκήσει αγωγή κατά του BBC ζητώντας αποζημίωση δισεκατομμυρίων δολαρίων σε δικαστήριο της Φλόριντα. Ακόμα χειρότερα, ο επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών, ένας “υπηρέτης” του Τραμπ, απειλεί να ανακαλέσει τις άδειες των αμερικανικών μέσων ενημέρωσης που δεν μεταδίδουν το φανταστικό αφήγημα της κυβέρνησης για τον πόλεμο.

Η επίθεση του Τραμπ στην πραγματικότητα μου θυμίζει μια γελοιογραφία του περιοδικού Punch του 1917, στην οποία ο Γερμανός Κάιζερ Βίλχελμ Β΄ εξοργίζεται με το πρωτοσέλιδο μιας βρετανικής εφημερίδας και λέει: “Δεν έχω δει ποτέ ξανά ένα πιο αποτρόπαιο πλέγμα εσκεμμένων αληθειών!”.

Οι εκπρόσωποι του Λευκού Οίκου θα έλεγαν, τουλάχιστον ιδιωτικά, ότι ζούμε πλέον σε έναν κόσμο μετά-αλήθειας: ότι οι οπαδοί του MAGA δεν περιμένουν να τους πουν οι ηγέτες τους τι είναι αλήθεια, ούτε τους πειράζει να τους λένε ψέματα. Μια γυναίκα από τη Φλόριντα είπε σε έναν Βρετανό δημοσιογράφο τον περασμένο μήνα: “Ποιος νοιάζεται αν αυτό που λέει ο Τραμπ είναι αλήθεια;” Τον αγαπούσε όπως και να’ χει.

Αυτοί οι άνθρωποι αγνοούν το πόσο χαμηλά έχει πέσει το κύρος της Αμερικής. Ωστόσο, αυτό έχει τεράστια σημασία, όχι μόνο για το παρόν ή για το υπόλοιπο της θητείας του Τραμπ, αλλά και για το μέλλον των ΗΠΑ. Αν η χώρα επιλέξει να εκφράζεται και να συμπεριφέρεται με τρόπο που ηθικά δεν διαφέρει από αυτόν των αντίπαλων υπερδυνάμεων, γιατί να μην επιλέξουν οι άλλες χώρες την Κίνα ή τη Ρωσία ως εταίρους, αντί για την Αμερική;

Έρχεται κάποια στιγμή για κάθε άνθρωπο και κάθε έθνος να αποφασίσει, έγραψε ο ποιητής Τζέιμς Ράσελ Λόουελ πριν από σχεδόν δύο αιώνες, στη σύγκρουση της Αλήθειας με το Ψέμα, για την πλευρά του καλού ή του κακού. Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο για οποιαδήποτε χώρα, όσο πλούσια και κυρίαρχη κι αν είναι, να βασίζει ολόκληρο το πολιτικό της σύστημα στην πεποίθηση ότι θα απολαμβάνει για πάντα στρατιωτική και οικονομική υπεροχή, ότι μόνο η ισχύς μπορεί να διατηρήσει την ηγεμονία της.

Η Αμερική δεν θεωρείται πλέον, ειδικά στην Ευρώπη, άξια εμπιστοσύνης. Για να παραθέσω ξανά εκείνο το εγχειρίδιο του Αμερικανού στρατιώτη από το 1942: “Είναι στρατιωτικά ανόητο να επικρίνεις τους συμμάχους σου”. Ακόμη και οι υπερδυνάμεις χρειάζονται φίλους, όμως στην Αμερική έχουν απομείνει λίγοι εκείνοι που, μετά από τόσες προσβολές από την Ουάσιγκτον, σέβονται ειλικρινά την ηγεσία τους ή πιστεύουν όσα λένε.

Η αλήθεια δεν είναι απλώς μια αρετή. Είναι ένα όπλο, το οποίο αυτή η κυβέρνηση έσπασε αλόγιστα με τα ίδια της τα χέρια, την ίδια στιγμή που διεξάγει έναν ένοπλο πόλεμο στον οποίο σχεδόν κανείς, εκτός από τους Ισραηλινούς, δεν βλέπει αξία ή λογική.

ΠΗΓΗ:capital

Check out our other content

Most Popular Articles