ΗΠΑ και Ισραήλ κερδίζουν τις μάχες, αλλά ίσως χάνουν τον πόλεμο στο Ιράν

KόσμοςΗΠΑ και Ισραήλ κερδίζουν τις μάχες, αλλά ίσως χάνουν τον πόλεμο στο Ιράν

Η γλώσσα της εξουσίας συχνά αποκαλύπτει περισσότερα από όσα θέλει. Στις 7 Μαρτίου, σε μια σπάνια στιγμή ειλικρίνειας, ο Ντόναλντ Τραμπ περιέγραψε την αντιπαράθεση με το Ιράν σαν μια “μεγάλη παρτίδα σκάκι πολύ υψηλού επιπέδου”. Παραδέχτηκε μάλιστα πως έχει απέναντί του “πολύ έξυπνους παίκτες… ανθρώπους με πολύ υψηλό IQ”.

Αν, όμως, το Ιράν είναι όντως ένας τόσο “υψηλού επιπέδου” αντίπαλος, τότε η απόφαση των ΗΠΑ να επαναφέρουν ένα σχέδιο 15 σημείων, που η Τεχεράνη απέρριψε πέρυσι, δείχνει ότι μια ξεκάθαρη αναντιστοιχία ανάμεσα στο πώς η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται τον αντίπαλο και στο πώς τον προσεγγίζει.

Πρόκειται για ένα σχέδιο που έχει ήδη εξεταστεί σε διαπραγματεύσεις από το Ιράν και απορρίφθηκε ως μη ρεαλιστικό και εκβιαστικό. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση Τραμπ το παρουσιάζει για άλλη μια φορά ως μονοπάτι προς την αποκλιμάκωση. Η Τεχεράνη απέρριψε για άλλη μια φορά την κίνηση αυτή, σχολιάζοντας ειρωνικά ότι η Ουάσιγκτον «διαπραγματεύεται με τον εαυτό της» και ενισχύοντας την αντίληψη ότι οι ΗΠΑ προσπαθούν να επιβάλουν όρους αντί να συζητήσουν.

Όπως επισημαίνει σχετική ανάλυση στο Conversation, ο Τραμπ έχει δίκιο σε ένα πράγμα. Το Ιράν δεν είναι ένας αντίπαλος που μπορεί εύκολα να αγνοηθεί ή να κατατροπωθεί. Η παραδοχή του δείχνει πως έχει απέναντί του έναν πολύ πιο ικανό και περίπλοκο αντίπαλο από όσους αντιμετώπισαν οι ΗΠΑ στο παρελθόν, για παράδειγμα το Ιράκ. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο “τα προγνωστικά” στρέφονται ολοένα και περισσότερο κατά των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Το λάθος της “αυτοκρατορικής” λογικής

Αυτή η σύγκρουση αντανακλά μια οικεία αλλά λανθασμένη παραδοχή: ότι η συντριπτική στρατιωτική ισχύς μπορεί να αναπληρώσει την έλλειψη στρατηγικής. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ φαίνεται να υποτίμησαν όχι μόνο τις δυνατότητες του Ιράν, αλλά και το πολιτικό, οικονομικό και ιστορικό πεδίο στο οποίο διεξάγεται αυτός ο πόλεμος.

Σε αντίθεση με το Ιράκ, το Ιράν είναι μια βαθιά εδραιωμένη περιφερειακή δύναμη, που ξέρει να προσαρμόζεται. Έχει ανθεκτικούς θεσμούς, ισχυρά δίκτυα επιρροής και την ικανότητα να προκαλεί τεράστιο κόστος στον εχθρό με ασύμμετρα χτυπήματα. Ξέρει πολύ καλά πώς να διαχειρίζεται την πολιτική της «μέγιστης πίεσης».

Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως είναι η έλλειψη νομιμότητας. Ο πόλεμος αυτός δεν έχει λάβει έγκριση ούτε από τα Ηνωμένα Έθνη ούτε, στην περίπτωση των ΗΠΑ, από το Κογκρέσο. Επιπλέον, εκτιμήσεις των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών δείχνουν ότι το Ιράν δεν ανασυγκρότησε το πυρηνικό του πρόγραμμα μετά τις προηγούμενες επιθέσεις – κάτι που έρχεται σε αντίθεση με μία από τις δικαιολογίες της Ουάσιγκτον για τον πόλεμο. Η παραίτηση του Τζο Κεντ από τη θέση του επικεφαλής του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας στις 17 Μαρτίου ήταν ακόμη πιο αποκαλυπτική. Στην επιστολή παραίτησής του, ο Κεντ επέμεινε ότι το Ιράν δεν αποτελούσε άμεση απειλή.

Αυτό ουσιαστικά καταρρίπτει ένα από τα αρχικά επιχειρήματα που στήριζαν την απόφαση των ΗΠΑ να ξεκινήσουν τον πόλεμο – ένα ακόμη πλήγμα στη νομιμοποίηση.

Ένας πόλεμος χωρίς στήριξη

Η πλειοψηφία των Αμερικανών αντιτίθεται στον πόλεμο, γεγονός που αντανακλά τη βαθιά κόπωση μετά τον πόλεμο στο Ιράκ και το Αφγανιστάν – συνθήκες καθόλου ιδανικές για αυτό που μοιάζει όλο και περισσότερο με έναν ακόμη «ατέρμονο πόλεμο» στη Μέση Ανατολή.

Αυτό το κλίμα είναι το χειρότερο δυνατό για τον Τραμπ, καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τους Ρεπουμπλικάνους να υπολείπονται των Δημοκρατικών ενόψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.

Ο πόλεμος είναι στρατιωτικά αβέβαιος και πολιτικά αδιέξοδος. Ακόμη και η διεθνής υποστήριξη καταρρέει. Η Βρετανία περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα, ενώ Γερμανία και Γαλλία κρατούν αποστάσεις από τις επιθετικές επιχειρήσεις. Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι αρνήθηκαν επίσης το αίτημα των ΗΠΑ να αναπτύξουν ναυτικές δυνάμεις για την ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ, αντανακλώντας όχι απλώς μία διαφωνία αλλά απώλεια εμπιστοσύνης προς την αμερικανική ηγεσία και τη στρατηγική της κρίση.

Η επιρροή των ΗΠΑ βασιζόταν πάντα στη νομιμότητα όσο και στα όπλα. Ωστόσο, οι εικόνες νεκρών αμάχων, όπως οι 160 μαθητές που σκοτώθηκαν από αεροπορική επιδρομή την πρώτη μέρα του πολέμου, έχουν σοκάρει τη διεθνή κοινή γνώμη, με αποτέλεσμα αντί να ενισχύεται η ηγεμονία της Ουάσιγκτον, αυτός ο πόλεμος φαίνεται πως επιταχύνει τη διάβρωσή της.

Το Ισραήλ βρίσκεται σε ανάλογη κρίση, μια κρίση που ξεκίνησε από τη Γάζα και τώρα έχει επιδεινωθεί. Η γενοκτονία στη Γάζα έπληξε σοβαρά το παγκόσμιο κύρος του και τώρα η αντιπαράθεση με το Ιράν απλώς επιτείνει αυτή την πτώση. Το γεγονός, μάλιστα, ότι χτύπησε το Ιράν ενώ οι διαπραγματεύσεις ήταν σε εξέλιξη -για δεύτερη φορά- δίνει την εντύπωση ότι το Ισραήλ προτιμά την κλιμάκωση από τη διπλωματία.

Στρατηγική ήττα υπό τον “μανδύα” της νίκης

Οι δολοφονίες Ιρανών ηγετών, αν και παρουσιάστηκαν ως τακτικές νίκες, στην πραγματικότητα αποτελούν στρατηγικές αποτυχίες. Αντί να αποδυναμώσουν και να αποσταθεροποιήσουν το Ιράν, το “ένωσα”ν. Οι μαζικές διαδηλώσεις υπέρ του καθεστώτος καταδεικνύουν πώς η εξωτερική επιθετικότητα μπορεί να εδραιώσει την εσωτερική νομιμότητα.

Ακόμα και η δολοφονία του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ δεν έφερε το επιθυμητό, για τις ΗΠΑ, αποτέλεσμα. Το πρόβλημα δεν είναι πια μόνο οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά η ίδια η αξιοπιστία της σύγκρουσης. Ανεξάρτητα από το πόσο εντυπωσιακές είναι οι στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ, αυτό δεν αναπληρώνει την κατάρρευση της φήμης τους. Η νομιμότητα είναι στρατηγικό κεφάλαιο. Μόλις διαβρωθεί μέσα από πολλαπλές συγκρούσεις, είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποκατασταθεί, τονίζουν οι αναλυτές.

Αντί να σταθεροποιούν την κατάσταση, οι ΗΠΑ την κατακερματίζουν. Οι σύμμαχοι απομακρύνονται, οι αντίπαλοι προσαρμόζονται και τα ουδέτερα κράτη τηρούν στάση αναμονής.

Το οικονομικό “χτύπημα”

Ο πιο καθοριστικός παράγοντας μπορεί να είναι ο οικονομικός. Ο πόλεμος έχει ήδη αποσταθεροποιήσει τις παγκόσμιες αγορές, αυξάνοντας τις τιμές του πετρελαίου, τον πληθωρισμό και την αστάθεια σε επίπεδα που συνδυάζουν τις επιπτώσεις των πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του 1970 και του πολέμου στην Ουκρανία..

Η ανάπτυξη 2.500 Αμερικανών πεζοναυτών στη Μέση Ανατολή (με αναφορές ότι θα σταλούν ακόμα και 10.000 στρατιώτες και 3.000 αλεξιπτωτιστές) με σκοπό την κατάληψη της νήσου Χαργκ, του σημαντικότερου πετρελαϊκού κόμβου του Ιράν, θα αποτελούσε μια επικίνδυνη κλιμάκωση.

Ακόμα και τα κράτη του Κόλπου αρχίζουν πλέον να στρέφονται προς την Κίνα και τη Ρωσία, βλέποντας πως οι ΗΠΑ δεν μπορούν πια να εγγυηθούν την ασφάλειά τους.

Το Ιράν κρατάει τα χαρτιά

Οι πόλεμοι δεν κερδίζονται μόνο με βόμβες, αλλά με βιώσιμα πολιτικά αποτελέσματα. Και εκεί οι ΗΠΑ και το Ισραήλ αποτυγχάνουν. Το Ιράν, από την άλλη, δεν χρειάζεται να «νικήσει» στρατιωτικά. Του αρκεί να αντέξει και να προκαλέσει φθορά στον εχθρό. Αυτή είναι η λογική του ασύμμετρου πολέμου: ο αδύναμος κερδίζει αν δεν χάσει, και ο δυνατός χάνει, όταν το κόστος γίνεται δυσβάσταχτο.

Αυτή η δυναμική είναι ήδη ορατή. Έχοντας κλιμακώσει ραγδαία, ο Τραμπ φαίνεται τώρα να αναζητά “έξοδο κινδύνου”, αναβιώνοντας προτάσεις και στέλνοντας μηνύματα ετοιμότητας για διαπραγμάτευση. Όμως το πράττει από θέση μειωμένης ισχύος.

Αντίθετα, η ικανότητα του Ιράν να απειλεί τις ροές ενέργειας, να απορροφά την πίεση και να διαμορφώνει τον ρυθμό της σύγκρουσης, σημαίνει ότι πλέον έχει το πάνω χέρι.

Οι αυτοκρατορίες σπάνια αναγνωρίζουν πότε αρχίζουν να χάνουν. Διατείνονται πως η νίκη είναι κοντά, μέχρι που το κόστος (οικονομική κρίση, πολιτικός κατακερματισμός, παγκόσμια απομόνωση) γίνεται μη αναστρέψιμο.

Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ μπορεί να κερδίζουν κάποιες μάχες, αλλά ενδέχεται να χάνουν τον πραγματικό πόλεμο: αυτόν της νομιμότητας, της σταθερότητας και της μακροπρόθεσμης επιρροής.

Και, όπως δείχνει η ιστορία, ίσως αυτή η ήττα να σηματοδοτεί και το τέλος μιας εποχής για το πώς ασκείται πλέον η παγκόσμια ισχύς.

ΠΗΓΗ:news247

Check out our other content

Most Popular Articles