Το να συζητάμε την ανάγκη να γυρίσουμε στις πολιτικές του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980 δεν είναι νοσταλγία, αλλά αναγκαία συνθήκη για να βγει η χώρα από τα σημερινά αδιέξοδα
Στην έναρξη του συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ, μου έκανε μεγάλη εντύπωση η συγκίνηση και η φόρτιση με την οποία ακόμη οι άνθρωποι αναφέρονται στην πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου.
Ξέρω ότι πολλοί θα πουν ότι αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας αναδρομικής εξιδανίκευσης εκείνης της περιόδου, ιδίως όταν μιλάμε για ανθρώπους που δεν είχαν καν γεννηθεί τότε.
Όμως, πιστεύω ότι είναι κάτι πολύ πιο βαθύ και ριζωμένο στη συλλογική συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας.
Γιατί η περίοδος εκείνη ήταν αυτή των περισσότερων φιλολαϊκών επιλογών και μεταρρυθμίσεων που έγιναν ποτέ στην Ελλάδα από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι τότε ήταν που ήρθησαν οριστικά οι επιπτώσεις του Εμφυλίου Πολέμου και η ΕΑΜική παράταξη σταμάτησε να αντιμετωπίζεται υπό το βάρος του στίγματος ότι είναι «αντεθνικά στοιχεία». Τότε φτιάχτηκε το δημόσιο σύστημα υγείας, το ΕΣΥ, αυτό που τώρα κάνει ό,τι μπορεί για να αποδιαρθρώσει ο Άδωνις Γεωργιάδης. Τότε εκδημοκρατίστηκε και αναβαθμίστηκε η δημόσια εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες, εκσυγχρονίστηκε το οικογενειακό δίκαιο, καθιερώθηκαν θεσμοί κοινωνικής και λαϊκής συμμετοχής. Τότε έγινε αναδιανομή εισοδήματος και φτιάχτηκε, για πρώτη φορά επί της ουσίας, «μεσαία τάξη» στη χώρα, τότε κατοχυρώθηκε πραγματικά ένα δημοκρατικό πλαίσιο, τότε σταμάτησε να κυβερνά στην επαρχία ο χωροφύλακας.
Ακόμη και μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου, στην εποχή του Κώστα Σημίτη, τότε που το ΠΑΣΟΚ έγινε καθεστώς, αυτά που διατήρησαν την αναφορά των πολιτών στη «δημοκρατική παράταξη», ήταν όσα έρχονταν από την παράδοση των πολιτικών της δεκαετίας του 1980 και όχι αυτά που αντανακλούσαν είτε τη συμμόρφωση στον νεοφιλελευθερισμό, που ήδη είχε αρχίσει να γίνεται κυρίαρχος, είτε την φθορά (και σε κάποιες περιπτώσεις διαφθορά) της εξουσίας.
Αυτό το νήμα χρειάζεται να το ξαναπιάσουμε και σήμερα. Και αυτό είναι στην πραγματικότητα και το μεγάλο στοίχημα για το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Να το πω διαφορετικά, εάν το ΠΑΣΟΚ δεν επιστρέψει στις ρίζες του, δεν πρόκειται να συμβάλει στο να υπάρξει ξανά δημοκρατική παράταξη στη χώρα, και δεν θα μπορέσει να βάλει πλάτη στο να αλλάξουν τα πράγματα.
Γιατί εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Εάν συζητάμε για την ανάγκη να υπάρξει δημοκρατική παράταξη στη χώρα, δηλαδή ένα μεγάλο πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα, μια πραγματική δυναμική, που θα εμπνεύσει την κοινωνική πλειοψηφία και θα βάλει τη χώρα σε άλλη τροχιά, δεν είναι από κάποια ιδεολογική εμμονή. Προκύπτει από το γεγονός ότι οι πολιτικές της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη όχι μόνο είναι κοινωνικά άδικες και αναποτελεσματικές, αλλά και εντάσσονται σε ένα μοντέλο διακυβέρνησης που αναπαράγει τον κυνισμό και την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων. Στηρίζεται σε μια λογική για την εξουσία και τη διαχείρισή της που όχι μόνο οδηγεί τη χώρα σε παραπέρα υποχώρηση, σε όλες τις πλευρές (οικονομική, πολιτιστική, δημογραφική), αλλά και αποδιαρθρώνει κάθε έννοια κοινωνικής συνοχής.
Αυτό σημαίνει ότι η μεγάλη πρόκληση για το ΠΑΣΟΚ είναι να μπορέσει να υπερβεί την κακή διαπαιδαγώγηση που προσέφερε στο δυναμικό του η ίδια η διαδρομή του τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Αυτό είναι το νόημα της «επιστροφής στις ρίζες»: η ανάγκη να καθαρίσει η σκουριά που άφησε μια μακρά περίοδο που ήθελε το ΠΑΣΟΚ να είναι στην καλύτερη περίπτωση απλώς ένα ακόμη «συστημικό» κόμμα, στη χειρότερη η πρωτοπορία του Ακραίου Κέντρου. Είναι η περίοδος που διέλυσε τις κοινωνικές εκπροσωπήσεις του ΠΑΣΟΚ, αποδόμησε την ικανότητά του να παράγει προοδευτική πολιτική και βεβαίως οδήγησε στο φαινόμενο τόσα πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ – και μάλιστα από αυτά που διαμορφώνουν την κυβερνητική πολιτική – να πρωταγωνιστούν σήμερα στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ που είναι σε εξέλιξη είναι μια μεγάλη ευκαιρία για να καταγραφεί αυτή η πραγματική στράτευση στην ιστορική ευθύνη τού να υπάρξει ξανά δημοκρατική παράταξη στη χώρα.
Όμως, αυτό δεν σημαίνει απλώς μια γενική συναισθηματική ή «αισθητική» αναφορά στις «παλιές καλές εποχές» του ΠΑΣΟΚ.
Αυτό που απαιτείται είναι επίγνωση των πραγματικών καθηκόντων που συνεπάγεται μια προσπάθεια να υπάρξει πραγματική εναλλακτική στη χώρα. Και αυτό σημαίνει καταρχάς επεξεργασία θέσεων, προτάσεων και κυβερνητικών σχεδίων.
Επιμένω ότι οι άνθρωποι δεν έχουν ανάγκη κάποιον που θα εκφράσει πιο εύγλωττα τη δυσαρέσκειά τους. Αυτό που χρειάζονται είναι απτές προτάσεις κυβερνητικής διαχείρισης που να κάνουν πράξη την αναδιανομή εισοδήματος, την ανασυγκρότηση και ενίσχυση της δημόσιας υγείας και παιδείας, να παρέχουν δίχτυ κοινωνικής προστασίας, να διαμορφώνουν μια αναπτυξιακή στρατηγική που να στηρίζεται στην αναβάθμιση της θέσης των εργαζομένων, στον παραγωγικό εκσυγχρονισμό, στους κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας και όχι στον εγκλωβισμό στις υπηρεσίες και τον τουρισμό.
Προτάσεις που θα αποκαταστήσουν την δημοκρατία και την ομαλή λειτουργία των θεσμών που έχει δεχτεί αλλεπάλληλα πλήγματα από την κυβέρνηση των σκανδάλων και του Μαξίμου Gate. Όπως υπογράμμισε ο Νίκος Ανδρουλάκης: «Για εμάς είναι θέμα αρχών, είναι θέμα δημοκρατίας, είναι θέμα αξιοπρέπειας και πάνω απ’ όλα εθνικής ασφάλειας να λογοδοτήσει το παρακράτος του Μαξίμου και ο πρωθυπουργός που ενορχήστρωσαν όλη αυτήν τη σκοτεινή ιστορία».
Κοντολογίς οι πολίτες έχουν ανάγκη να νιώσουν ξανά ότι υπάρχουν άνθρωποι και κόμματα που εργάζονται για να μπορέσει η χώρα να κυβερνηθεί από μια διαφορετική πραγματικά φιλολαϊκή κυβέρνηση και όχι απλώς για να εκπροσωπήσουν (ή και να καπηλευτούν) τη δυσαρέσκεια και την αγανάκτηση.
Γιατί μόνο αυτό, δηλαδή η αίσθηση ότι μπορούν να διαλέξουν εναλλακτικές προτάσεις διακυβέρνησης και όχι απλώς «κόμματα διακυβέρνησης», θα αντιστρέψει τη σημερινή αποκαρδίωση μεγάλων κομματιών της κοινωνίας που αισθάνονται ότι «τίποτα δεν μπορεί να γίνει». Και ήταν σημαντική η επιμονή του Νίκου Ανδρουλάκη ότι το ΠΑΣΟΚ δεν είναι ένα κόμμα διαμαρτυρίας που στοχεύει στην εργαλειοποίηση της αγανάκτησης των πολιτών, αλλά κόμμα κυβερνητικό, προσθέτοντας ότι «μαζί θα βάλουμε τελεία στη λεηλασία του δημόσιου πλούτου, στη λεηλασία του κόπου σας. Μαζί θα φτιάξουμε κανόνες και θεσμούς που δεν θα αφήνουν κανέναν ατιμώρητο. Γιατί η ατιμωρησία γεννά και γιγαντώνει τη διαφθορά».
Όμως, δεν αρκούν οι προτάσεις και οι δεσμεύσεις. Χρειάζονται και καθαρές θέσεις στα διλήμματα. Γιατί ας μη γελιόμαστε: σήμερα η πίεση στο ΠΑΣΟΚ να παραμείνει μια εφεδρεία της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ιδίως ενόψει της βεβαιότητας ότι δεν θα επιτευχθεί αυτοδυναμία, παραμένει μεγάλη. Είναι σημαντικό ότι αυτή η πόρτα, όπως φάνηκε και από την ομιλία του Νίκου Ανδρουλάκη, έχει κλείσει αμετάκλητα.
Ωστόσο, χρειάζεται και κάτι ακόμη – και αυτό θα κριθεί στο συνέδριο. Να φανεί ότι αυτή τη στιγμή όσοι εμπλέκονται στην υπόθεση της δημοκρατικής παράταξης στη χώρα, συμπεριφέρονται με βάση αυτή την προτεραιότητα και όχι την όποια προσωπική φιλοδοξία. Ότι συνειδητοποιούν την ανάγκη να συμπεριφέρονται ως πολιτικά στελέχη, τμήματα μιας συλλογικής προσπάθειας και όχι ως διεκδικητές έτοιμοι να βάλουν τρικλοποδιά στον διπλανό τους. Ότι εστιάζουν στο δάσος και όχι στο δέντρο. Ότι είναι τμήμα μιας δυνάμει κυβερνητικής ομάδας και όχι απλώς «πολιτικοί παράγοντες».
Τα συνέδρια των κομμάτων δεν έχουν πια την αίγλη που είχαν κάποτε. Το φιλοκυβερνητικό μηντιακό οικοσύστημα είναι πάντα έτοιμο να υποβαθμίσει πολιτικές θέσεις και να αποσιωπήσει πολιτικές παρεμβάσεις, να αναζητήσει «καυγάδες» και «κόντρες» για να προβάλει. Ένας λόγος παραπάνω, για να είναι προσεκτικοί στο ΠΑΣΟΚ συνειδητοποιώντας ότι έχουν μια ευκαιρία να δείξουν στην κοινωνία (και όχι απλώς στα κομματικά μέλη) ότι ασχολούνται με τα ουσιώδη και τις ανάγκες της χώρας και τα καθήκοντα που αυτές αναδεικνύουν.
ΠΗΓΗ:in
